ΒΙΒΛΙΟ

Η «επιχείρηση ανθρωποειδές»

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Το μνημείο στο χωριό Λίντιτσε θυμίζει τις θηριωδίες που ακολούθησαν τον θάνατο του Ράινχαρντ Χάιντριχ. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν όλους τους άνδρες, ενώ οι γυναίκες οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στις 27 Μαΐου 1942, ο Σλοβάκος Γιόζεφ Γκάμπτσικ και ο Τσέχος Γιαν Κούμπις στήνουν ενέδρα στον Ράινχαρντ Χάιντριχ, δεξί χέρι του Χίμλερ, δεύτερο στην ιεραρχία των SS και εμπνευστή της λεγόμενης Τελικής Λύσης, στην περιοχή Ομπερλάντραντ της Πράγας. To αυτόματο του Γκάμπτσικ μπλοκάρει και η μυστική αποστολή, την οποία προετοίμαζαν επί μήνες στο Λονδίνο υπό τον εύγλωττο τίτλο «επιχείρηση ανθρωποειδές», θα ήταν καταδικασμένη χωρίς την παρέμβαση του Κούμπις. Ρίχνοντας μια χειροβομβίδα στην πράσινη Μερσεντές, καταφέρνει να τραυματίσει τον Χάιντριχ.

Ο θάνατός του από σηψαιμία, λίγες ημέρες αργότερα, πυροδοτεί την οργή των ναζί, οι οποίοι απαντούν με σκληρά αντίποινα: Οι κάτοικοι του Λίντιτσε κατηγορούνται ότι βοήθησαν τους δολοφόνους, το χωριό λεηλατείται εξ ολοκλήρου, όλοι οι άνδρες του εκτελούνται και όσες γυναίκες επιζούν οδηγούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Για να ολοκληρώσουν την καταστροφή, οι Γερμανοί στρατιώτες σκοτώνουν ακόμα και τα σκυλιά, βεβηλώνουν το νεκροταφείο και ρίχνουν αλάτι στη γη, εξασφαλίζοντας πως τίποτα δεν θα ξαναφυτρώσει. Στις 18 Ιουνίου, οι δύο Τσεχοσλοβάκοι καταδρομείς και οι σύντροφοί τους αυτοκτονούν με τις τελευταίες τους σφαίρες, ύστερα από πολύωρη πολιορκία από τους άντρες των SS στην κρύπτη μιας εκκλησίας στην Πράγα.

Ερευνα ζωής

Σε σύγκριση με τις απώλειες και τον πόνο που προκάλεσε, το τόλμημα των Γκάμπτσικ και Κούμπις ενδεχομένως φαίνεται κάπως μάταιο, κάτι που πιθανότατα πρόλαβαν να συλλογιστούν και οι ίδιοι. Ο Λοράν Μπινέ, βέβαια, έχει άλλη γνώμη. Γιος ιστορικού, ο Παριζιάνος συγγραφέας και καθηγητής άκουσε την ιστορία της δολοφονίας του Χάιντριχ από τον πατέρα του, όταν ήταν ακόμη έφηβος, και έκτοτε δεν κατάφερε να την ξεχάσει. Χρόνια αργότερα, έγραψε το πρώτο του βιβλίο με την ελπίδα ότι θα κατάφερνε να δώσει στους ήρωές του να καταλάβουν, έστω και μετά θάνατον, πως η πράξη τους δεν ήταν ανώφελη.

Ωστόσο, το βραβευμένο «HHhH» (από τη φράση «Himmlers Hirn heisst Heydrich, δηλαδή «ο εγκέφαλος του Χίμλερ λέγεται Χάιντριχ») είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Για την ακρίβεια, δεν είναι καν μυθιστόρημα, αφού ο δημιουργός του τυχαίνει να είναι δύσπιστος, αν όχι ελαφρώς εχθρικός, απέναντι στην τέχνη της μυθοπλασίας, ιδιαίτερα όταν πραγματικά γεγονότα παραποιούνται με το πρόσχημα ότι έτσι βελτιώνεται η πλοκή. «Μου αρέσει η μυθοπλασία, αλλά μια αληθινή ιστορία συνήθως με εντυπωσιάζει περισσότερο», λέει στην «Κ». «Αυτό που δεν μου αρέσει είναι η χρήση και διαστρέβλωση μιας αληθινής ιστορίας με στόχο τη δημιουργία μυθοπλασίας “εμπνευσμένης από πραγματικά γεγονότα”», υποστηρίζει.

Πώς όμως μπορεί ένας συγγραφέας να εμφυσήσει πνοή και συναισθήματα σε μια πραγματική ιστορία χωρίς να αξιοποιήσει το πιο πολύτιμο εργαλείο της εργαλειοθήκης του, τη φαντασία; Ο Λοράν Μπινέ το επιχείρησε ακολουθώντας μια μάλλον αντισυμβατική μέθοδο: Τοποθέτησε τον εαυτό του, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του μέσα στην ιστορία, έτσι που η πορεία της έρευνάς του εξελίσσεται παράλληλα με την πορεία των δύο ηρώων του, αλλά και τη ζωή του κυριαρχικού Χάιντριχ.

Η πραγματική μυθοπλασία

«Από την πρώτη στιγμή, ήξερα ότι δεν θα έγραφα ένα συμβατικό μυθιστόρημα, που απλώς θα έλεγε την ιστορία. Μου αρέσουν τα μετα-μυθιστορήματα, μου αρέσει όταν ο συγγραφέας μιλάει απευθείας στον αναγνώστη και πιστεύω ότι θα το κάνω πάντοτε, ακόμα και αν στο επόμενο μυθιστόρημά μου το κάνω κάπως πιο έμμεσα: αυτή είναι η πραγματική μυθοπλασία, όταν ένας χαρακτήρας αρχίζει να υποψιάζεται ότι είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα μυθιστόρημα».

Φυσικά, η φαντασία είναι ένας πειρασμός στον οποίο δεν καταφέρνει πάντοτε να αντισταθεί, προσπαθεί όμως να διατηρήσει μια ισορροπία επισημαίνοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα ότι έχει πλήρη αντίληψη του «προβλήματος». «Το βιβλίο μου δεν είναι ένα μανιφέστο ενάντια στη φαντασία», σπεύδει να επισημάνει. «Είναι η ιστορία μιας εμμονής, η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας». Σε αυτή την αναζήτηση, μοιάζει αφενός να πιστεύει ακράδαντα στην ύπαρξη μιας ιστορικής αλήθειας και αφετέρου να αμφιβάλλει για οτιδήποτε του παρουσιάζεται (ή παρουσιάζει ο ίδιος) ως αληθινό. «Από ένα σφάλμα της μνήμης μου και λόγω της αχαλίνωτης φαντασίας μου, που με επισκέπτεται απρόσκλητη, έχω πει κάτι που δεν στέκει. Στην πραγματικότητα, ο αρχηγός των αγγλικών υπηρεσιών είχε ζητήσει να τον φωνάζουν “Σ” και όχι “Μ”, όπως στον Τζέιμς Μποντ», γράφει σε ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να μη χαμογελάσει, ταυτόχρονα όμως αναγκάζεται να υιοθετήσει μια πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στα όσα διαβάζει και όλα δείχνουν πως αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του συγγραφέα: Οχι να αμφισβητήσει την ύπαρξη της πραγματικότητας σε μία άσκηση μεταμοντερνισμού, αλλά να αναδείξει πόσο λεπτά είναι τα όρια ανάμεσα στο υπαρκτό και το κατασκευασμένο, και πόσο συχνά παραβιάζονται, τουλάχιστον στον χώρο της λογοτεχνίας.

«Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, ωστόσο υπάρχουν γεγονότα. Είτε η Γερμανία έχασε είτε κέρδισε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι ένα γεγονός που μπορείς εύκολα να αποσαφηνίσεις. Είτε ο Χάιντριχ σκοτώθηκε το 1942 είτε όχι. Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία μπορείς να είσαι βέβαιος. Μετά, για κάποιες λεπτομέρειες, πρέπει να κάνεις έρευνα, και εκεί μπορούν να εγερθούν αμφιβολίες και αντιφάσεις», υπογραμμίζει. «Μπορεί να μη μάθουμε ποτέ την αλήθεια, αλλά μου αρέσει η ιδέα ότι εξακολουθούμε να την αναζητούμε και, ακόμα περισσότερο, ότι προοδεύουμε».

Οπως δεν αργεί να συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης, η ενασχόληση του Λοράν Μπινέ με το «HHhH» διήρκεσε αρκετά χρόνια. Από ένα σημείο και μετά, μάλιστα, άρχισε να θυμίζει εμμονή. Χωρίς καμία υποστήριξη, χωρίς καν να έχει βρει εκδότη, συνέχισε να ταξιδεύει, να επισκέπτεται μουσεία, αρχεία και ιστορικούς χώρους, να αναζητά σπάνια βιβλία στο Διαδίκτυο και να βομβαρδίζει τη σύντροφό του, Νατάσα, με ατελείωτες πληροφορίες. Οταν πια άρχισε να γράφει, συνειδητοποίησε πως, μολονότι τον ενδιέφεραν κυρίως ο Γκάμπτσικ και ο Κούμπις, την ιστορία έτεινε να μονοπωλεί ο Χάιντριχ.

Εν τέλει, στον λεγόμενο «δήμιο της Πράγας» είναι αφιερωμένες περισσότερες σελίδες του βιβλίου από ό,τι στους δύο εκτελεστές του. «Αφενός πρέπει να παραδεχτώ ότι ο Χάιντριχ είναι ο βασικός χαρακτήρας του βιβλίου, αλλά αφετέρου δίνει στη δολοφονία την πραγματική της διάσταση», αναφέρει ο συγγραφέας.

Παραλληλισμοί με την Ελλάδα

Στο επόμενο βιβλίο του, με τίτλο «Rien ne se passe comme prevu» («Τίποτα δεν συνέβη όπως είχε προβλεφθεί»), o Λοράν Μπινέ παρακολουθεί την προεκλογική εκστρατεία του Φρανσουά Ολάντ. Εξαντλημένος από τη διακυβέρνηση Σαρκοζί, είχε αρχικά δει με αισιοδοξία την άνοδο του σημερινού Γάλλου προέδρου στην εξουσία, σήμερα όμως εξομολογείται ότι οι προσδοκίες του διαψεύστηκαν. «Ο Ολάντ πρόδωσε τους ψηφοφόρους του όσο δεν τους είχε προδώσει κανένας στη Γαλλία εδώ και πολύ καιρό. Αυτό είναι απαίσιο, το πόσο ένας υποτιθέμενος αριστερός πολιτικός πήγε στα δεξιά, μέρα με τη μέρα. Να γιατί οι αριστεροί ψηφοφόροι στη Γαλλία έφτασαν να περιμένουν τόσο πολλά από έξω: Ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και το Podemos στην Ισπανία», υποστηρίζει. «Στο “ΗΗhH” περιγράφω τα γεγονότα που οδήγησαν στη Συνθήκη του Μονάχου», συνεχίζει, παραλληλίζοντας τη θέση της Τσεχοσλοβακίας το 1938 με τη σημερινή θέση της Ελλάδας. «Ο Τσεχοσλοβάκος πρόεδρος έπρεπε να υπογράψει μια επαίσχυντη συμφωνία, που διέλυε τη χώρα του, για να αποφύγει μια ολοκληρωτική εισβολή. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει λόγος για μεταμέλεια: Το 1938, η Γερμανία δεν μπορούσε να νικήσει την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία και τη Βρετανία μαζί, άρα δεν χρειαζόταν να τους δώσουν όλα όσα ζητούμε. Νομίζω πως κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα. Θα θυμάστε τι είχε πει ο Τσώρτσιλ για το Μόναχο: “Είχατε να διαλέξετε ανάμεσα στον πόλεμο και στην ατίμωση. Επιλέξατε την ατίμωση. Και δεν θα αποφύγετε τον πόλεμο”. Σήμερα, ο Τσίπρας υποχώρησε στις απαιτήσεις των τραπεζιτών για να αποφύγει το Grexit. Αναρωτιέμαι αν, στο τέλος, δεν θα έχει να αντιμετωπίσει και τις απαιτήσεις των τραπεζιτών και το Grexit».

​​Το «ΗHhH» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ