ΒΙΒΛΙΟ

Οταν ο Αρμάνι «ντύνει» τον Βέρντι

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

«Αΐντα» , Εθνική Αγγλική Οπερα (2007), σε κοστούμια της Ζάντρα Ρόουντς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ατμόσφαιρα εποχής, επιβλητικές παρουσίες, προσηλωμένοι θεατές και σκηνικά που εξάπτουν τη φαντασία: Για έναν σχεδιαστή υψηλή ραπτικής, ο κόσμος της όπερας δεν μπορεί παρά να αποτελεί ιδανικό περιβάλλον εργασίας.

Είναι λοιπόν άξιον απορίας γιατί, ενώ από τη δεκαετία του 1920 η Κοκό Σανέλ σχεδίαζε κοστούμια για έργα του Ζαν Κοκτό και οι χορευτές των Ρωσικών Μπαλέτων του Ντιάγκιλεφ εμφανίζονταν στη σκηνή ενδεδυμένοι με δημιουργίες εκλεκτών μόδιστρων της εποχής, η σχέση μόδας και λυρικού θεάτρου μετράει μόλις 35 χρόνια ζωής.

Οπως αναφέρει η Ελενα Ματθαιοπούλου στην εισαγωγή του βιβλίου της «Σχεδιαστές μόδας στην όπερα», που θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Καπόν, αυτή η τόσο καρποφόρα σύμπραξη εγκαινιάστηκε επίσημα μόλις το 1980, όταν ο Αρμάνι ανέλαβε να σχεδιάσει ένα κοστούμι για το μονόπρακτο «Προσδοκία» του Σένμπεργκ, που παρουσιάστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου.

Εκτοτε, ο διάσημος σχεδιαστής εξακολουθεί να συνεργάζεται συστηματικά με σημαντικούς σκηνοθέτες της όπερας, ενώ το παράδειγμά του δεν άργησε να ακολουθήσει σχεδόν σύσσωμη η αφρόκρεμα της υψηλής ραπτικής, από τον Καρλ Λάγκερφελντ μέχρι τη Μιούτσια Πράντα.

Μία από τις ερμηνείες που δίνει η συγγραφέας για τον κάπως... καθυστερημένο «έρωτα» μόδας και όπερας σχετίζεται με τη λεγόμενη «Επανάσταση της Κάλλας», που μετέτρεψε την όπερα από «φωνητικά συγκλονιστική, αλλά συνήθως δραματικά γελοία» τέχνη σε «ρεαλιστικό, πιστευτό θέατρο» και τις εύσωμες ερμηνεύτριες του παρελθόντος σε γοητευτικές, φινετσάτες ντίβες.

Σήμερα, οι μεγαλύτερες όπερες του κόσμου επιστρατεύουν για τις παραγωγές τους διακεκριμένους μόδιστρους: Το 2008 ο ο Κριστιάν Λακρουά, ο Τζον Γκαλιάνο και ο Καρλ Λάγκερφελντ δημιούργησαν τα κοστούμια για το εορταστικό γκαλά της Μετροπόλιταν Οπερα με τη σοπράνο Ρενέ Φλέμινγκ, το 2009 ο Ρόμπερτ Ουίλσον συνεργάστηκε με το δίδυμο των Βίκτορ και Ρολφ για τις ανάγκες της παράστασης «Ελεύθερος σκοπευτής» του Βέμπερ στο φεστιβάλ του Μπάντεν Μπάντεν, και το 2010 η Μιούτσια Πράντα ενθουσίασε τον Πιερ Οντί, νυν διευθυντή της Οπερας του Αμστερνταμ, με τις προτάσεις της για τον «Αττίλα» του Βέρντι, επίσης στη Μετροπόλιταν Οπερα.

«Η δουλειά της είναι “μουσική” και πρωτοπόρος στην απλότητα και στη δυναμική της. Συνδυάζει ποιητικότητα και ουσία στη σωστή ακριβώς αναλογία που χρειάζεται η όπερα για να επιζήσει και να συνεχίσει να μαγεύει στον 21ο αιώνα», θα δήλωνε αργότερα ο Γαλλολιβανέζος σκηνοθέτης.

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου, καθώς και χαρακτηριστικές φωτογραφίες από αυτό.

Τρεις σχεδιαστές πήραν
...ανάσα σε γκαλά στη ΜΕΤ

Ασφαλώς κάθε σχεδιαστής έχει τους δικούς του λόγους όταν αποφασίζει να ασχοληθεί με την όπερα. Μερικοί, όπως ο Λακρουά, ο Ουνγκαρό, ο Λάγκερφελντ, ο Βερσάτσε και ο Μαρκ Μποάν, ήταν ανέκαθεν λάτρεις του είδους. Αλλοι, όπως η Ζάντρα Ρόουντς, την ανακάλυψαν πολύ αργότερα και ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση για δύο κυρίως λόγους: αντιλήφθηκαν τη χρυσή ευκαιρία που τους δινόταν για μια πολύ πιο ευρεία και ποιοτική προβολή – η ενασχόληση με την όπερα λειτούργησε και ως μια ανάσα στους ασφυκτικούς εμπορικούς περιορισμούς του χώρου τους (δηλαδή την επιτακτική ανάγκη να δημιουργούν τέσσερις φορές τον χρόνο κολεξιόν που «θα πουλήσουν») και απελευθέρωσε τη φαντασία τους ώστε να λειτουργήσει καλλιτεχνικά. Αυτό εξηγεί ίσως γιατί σχεδιαστές της εμβέλειας ενός Λακρουά, ενός Λάγκερφελντ κι ενός Γκαλιάνο συμφώνησαν πρόθυμα και αδιαμαρτύρητα να συμμετάσχουν στο προαναφερθέν γκαλά στη ΜΕΤ (σχεδιάζοντας ο κάθε ένας κοστούμια για μία πράξη μιας διαφορετικής όπερας) αφιλοκερδώς, με το θέατρο να καλύπτει μόνο τα έξοδά τους.

Κοστουμίστες
στην όπερα

Οσον αφορά τη δημιουργική πλευρά, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι οι μετρ θα βίωναν κάποια δυσφορία στον καινούργιο τους ρόλο ως κοστουμίστες στην όπερα. Διότι εδώ, αντί να είναι το αφεντικό –απόλυτοι μονάρχες στο βασίλειό τους, όπως συνήθιζαν στον χώρο τους– έπρεπε να παίξουν δευτερεύοντα ρόλο και να υποτάξουν το προσωπικό τους όραμα στη θέληση του σκηνοθέτη, του οποίου την αντίληψη για το έργο και τους χαρακτήρες καλούνταν να ερμηνεύσουν οπτικά. Παρ’ όλ’ αυτά, αυτό δεν φάνηκε να τους ενοχλεί καθόλου! Αντίθετα, η απώλεια του απόλυτου ελέγχου προκάλεσε μάλιστα ιδιαίτερη ικανοποίηση σε πολλούς από αυτούς. Οπως εξηγεί ο Λακρουά, «στη μόδα, είμαι ο μόνος καπετάνιος στο πλοίο, με τη δική μου προσωπική έως και εγωιστική προσέγγιση. Ομως στην όπερα ποτέ δεν προσπαθώ να φέρομαι σαν να είμαι ο σκηνοθέτης. Αντί να επιβάλω τη δική μου άποψη, οφείλω να αποδεχτώ τη δική του. Εκείνος αποφασίζει για το ποια εκδοχή ενδείκνυται για την παραγωγή και ο δικός μου ρόλος είναι να την απεικονίσω σκηνικά, με τα κοστούμια μου.

Η συνθήκη αυτή, το να πρέπει δηλαδή να υποτάσσω τη θέλησή μου στη θέληση του σκηνοθέτη –το ότι αναγκάζομαι να είμαι πιο ταπεινός και λιγότερο εγωιστής απ’ ό,τι υπήρξα ως μετρ της μόδας– είναι για μένα ένα από τα στοιχεία της δουλειάς μου στο θέατρο από τα οποία αντλώ τη μεγαλύτερη ικανοποίηση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ