Νίκος Βατόπουλος ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η πόλη της Αθήνας μετά την κρίση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​εμπειρία από την πόλη της Αθήνας τα χρόνια της κρίσης μετά το 2010 έχει δημιουργήσει ένα υπόστρωμα ηθικής απογοήτευσης και οικονομικής δυσπραγίας. Η πόλη που θα προκύψει μετά την κρίση, έχει όλα τα εχέγγυα να είναι η πόλη εκείνη με την οποία θα ταυτιστούν οι επόμενες γενιές του 21ου αιώνα και είναι πολύ πιθανόν η μεγάλη τομή με την οποία θα γίνεται κατανοητή στο μέλλον η εξέλιξη της Αθήνας θα έχει περισσότερο να κάνει με αυτό ακριβώς το σύνορο, πριν και μετά την κρίση. Οι προηγούμενες τομές στον χρόνο (προπολεμική Αθήνα, Αθήνα της αντιπαροχής, Αθήνα του 2004), με τις οποίες έως τώρα γίνεται κατανοητή η πορεία της Αθήνας και οι οποίες λειτουργούν ως ένα κοινός κώδικας, είναι πιθανόν να αρχίσουν να υποχωρούν σε ένταση ή σημασία.

Ολα αυτά είναι προβολές στο μέλλον, αλλά κάθε μελέτη πόλεων σε συνάρτηση με την αντοχή και την ορμή των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους λειτουργεί και ως ακτινογραφία του παρόντος. Η στασιμότητα της Αθήνας τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει αισθήματα αδημονίας για την επανεκκίνηση της δυναμικής παρουσίας της σε διεθνές επίπεδο. Αν, όμως, σκεφτεί κανείς τον χάρτη των μεγαλουπόλεων και τις δυναμικές που δημιουργούνται στον ιστό της παγκοσμιοποίησης, εύκολα θα παρατηρήσει δύο παραμέτρους. Πρώτον, ότι ο κόσμος του Μιλένιουμ, η κουλτούρα του 2000, με την εκτίναξη του Αραβικού Κόλπου, της Ινδίας, της Κίνας, της Βραζιλίας, και με τις τότε μεγάλες προσδοκίες για τον πρώην κομμουνιστικό κόσμο, έχει εκπέσει σε μία ιστορική φάση. Δεύτερον, οι συμμαχίες πλέον ορίζονται μέσα από δίκτυα αλληλεπίδρασης και συνέργειας των πόλεων συμβάλλοντας σε νέους υπερτοπικούς πόλους καθώς ανοίγουν δίαυλοι για τα νέα αστικά πλεονεκτήματα: μοναδικότητα, εξειδίκευση, επανεφεύρεση ταυτότητας.

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο που ανέρχεται, τα νέα προφίλ των πόλεων σε ευημερία διευρύνουν την έως τώρα γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή της ευρυχωρίας, της ελευθερίας και της κινητικότητας, και την εμπλουτίζουν με στοιχεία ανανεωμένης εντοπιότητας. Η ταυτότητα που εμπεριέχει πλέον και τον τόπο με το μυαλό πάντα στην παγκόσμια κοινότητα δείχνει να είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής προς το 2020.

Εν μέσω όλων αυτών των κοσμογονικών αλλαγών που συντελούνται διεθνώς σε διάφορες εντάσεις και ταχύτητες, η Αθήνα αχνοφέγγει ως μία πόλη με αβέβαιο παρόν. Είναι αλήθεια πως η ελληνική πρωτεύουσα περνάει μία από τις χειρότερες περιόδους της νεότερης ιστορίας της και οπωσδήποτε τη χειρότερη από το 1974 και μετά. Η αρνητική αυτή αξιολόγηση οφείλεται όχι μόνο στην πτώση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων, γεγονός που δίνει εικόνα παρακμής, αλλά κυρίως στην έλλειψη ελπίδας για το μέλλον. Παρά ταύτα, σήμερα, το βιοτικό επίπεδο, και παρά την πολυετή κρίση, είναι κατά πολύ ανώτερο εκείνου προ 30 ή 40 ετών, το μορφωτικό επίπεδο έχει βελτιωθεί επίσης όπως και η αγοραστική δύναμη (παρά την πτώση του τζίρου). Η Αθήνα όμως σήμερα υπολείπεται σε ορμή προς το μέλλον, σε κοινωνική συνοχή, σε πίστη και σε όραμα για τη χώρα. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά στην ελληνική πρωτεύουσα, ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου δημιουργεί και πάλι τις πόλεις-κράτη. Αυτά τα νέα υβρίδια είναι υπερτοπικές και υπερεθνικές οντότητες, σταδιακά απελευθερωμένες από κρατικό ζυγό και εθνικά συμπλέγματα. Με συνείδηση της δικής τους ταυτότητας, χτίζουν νέα δίκτυα. Η Καλιφόρνια συλλέγει τα ανοικτά μυαλά ως σημείο τομής των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της ευρύτερης Απω Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής. Το ίδιο αποπειράθηκε, έως ένα βαθμό, η τάξη των επιχειρηματιών στην Κωνσταντινούπολη, να καταστεί δηλαδή υπερτοπικός πόλος για την Ευρασία. Το Λονδίνο είναι μία νήσος μέσα στη μεγάλη νήσο και το Βερολίνο είναι μία δημοκρατία από μόνο του.

Αλλά το ενδιαφέρον σε όλη αυτήν την κινητικότητα είναι ότι η αστική ανανέωση έχει φέρει στο προσκήνιο και τη γενιά μικρών και μεσαίων ιστορικών, ή όχι, πόλεων από 100.000 έως 1.000.000 πληθυσμό, αυτές δηλαδή που αποτελούν ραχοκοκαλιά ιστορίας, οικονομίας και ταυτότητας όχι μόνο στη Δύση αλλά και στην Ασία. Η ανάδυση των μικρότερων πόλεων αξιοποιεί ποιοτικά χαρακτηριστικά ταυτότητας, εστιασμένα στα τουριστικά αξιοθέατα, στη γαστρονομία, στην κουλτούρα του οίνου ή στον αθλητισμό. Δημιουργείται ένας χώρος προς εποίκηση με σκοπό την ευημερία από εκατοντάδες τέτοιες πόλεις που δικτυώνονται προβάλλοντας το χαρτί της μοναδικότητας. Πολλά θα μπορούσε να περιμένει κανείς και από τουλάχιστον δέκα αστικά κέντρα στη δική μας χώρα.

Η Αθήνα, όμως, είναι στον αντίποδα. Ούτε μεσαία πόλη είναι αλλά ούτε και υπερεθνική μητρόπολη. Επιπλέον δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της νέας ευημερίας. Απουσιάζουν δηλαδή τα επίκτητα εκείνα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να την εκτινάξουν σε μία ζηλευτή εικοσάδα στην Ευρώπη. Είναι πράγματι αδιανόητα καταστροφικό, μία πόλη με την αναγνωρίσιμη διεθνώς ταυτότητα της Αθήνας να μην μπορεί να παράγει πλούτο και να διασφαλίζει ευημερία. Δέσμια ενός κρατικοδίαιτου μηχανισμού, η κουλτούρα ζωής στην Αθήνα δεν αναπνέει με ελευθερία ούτε ενθαρρύνει την υγιή και νόμιμη κινητικότητα ανθρώπων, κεφαλαίων και ιδεών που παρακινούνται από τη δημιουργικότητα. Η εποχή της κρίσης στην Αθήνα και το άνοιγμα στη νέα εποχή, όπως και η ουσιαστική είσοδός της στα διεθνή δίκτυα, θα τελειώσει όταν θα υπάρχουν άνθρωποι, Ελληνες ή ξένοι, που θα επιλέγουν να επενδύσουν στην πόλη και να προσδέσουν τη ζωή τους στην τροχιά της Αθήνας. Ως επιλογή. Εως τότε, η κρίση θα συνεχίζεται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ