Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ευ θνήσκειν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔIAΓΩNIΩΣ

Χειρονομία ιδιοφυής και θαρραλέα. Ο Αλέξανδρος Βέλιος σκηνοθέτησε τον θάνατό του. Οταν συνειδητοποίησε πως ο καρκίνος δεν του άφηνε άλλο περιθώριο παρά μόνον τη σωματική ταπείνωση και την ψυχική εξουθένωση, πήρε την απόφαση να κάνει ευθανασία. Στην Ελβετία δυστυχώς, αφού στη χώρα μας το δικαίωμα στον εκούσιο θάνατο παραμένει ταμπού. Δεν αρκέστηκε όμως σ’ αυτό. Εγραψε κι ένα βιβλίο για να εξηγηθεί. Σαν να ήθελε να συνομιλήσει με όση ζωή τού είχε απομείνει. Το βιβλίο λέγεται «Εγώ κι ο θάνατός μου» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές. Χρειάστηκε να κάνω πολλές ασκήσεις ψυχραιμίας πριν βρω το κουράγιο να διαβάσω ένα κείμενο, που στην πραγματικότητα ήταν η αποχαιρετιστήρια επιστολή ενός φίλου σαράντα ετών. Οταν το τέλειωσα όμως, αισθάνθηκα την κάθαρση που προκαλεί η γραφή όταν είναι έντιμη. Χρειάζεται πολύ θάρρος να γράψεις ένα βιβλίο στο οποίο προαναγγέλλεις τον θάνατό σου, να βρεις τις λέξεις και να μιλήσεις χωρίς προσχήματα για την προοπτική της δικής σου ανυπαρξίας.

«Ζω εντός παρενθέσεως... Δεν έχω συμφιλιωθεί με τον θάνατό μου... η μάχη είναι να μην αφήσω το επερχόμενο Τίποτα να με εκμηδενίσει ψυχικά και ηθικά...». Και όπως λέει ο ίδιος, όσο έγραφε το κείμενο αισθανόταν άτρωτος. Καμιά μεγαλοστομία. Απόλυτη ειλικρίνεια. Είναι άλλο να μιλάς για την ιδέα του θανάτου κι άλλο να μιλάς για τον δικό σου θάνατο, προτάσσοντας μάλιστα το «εγώ» σου. Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι «Ο θάνατός μου και εγώ». Είναι «Εγώ κι ο θάνατός μου». Ματαιοδοξία; Δεν την αρνήθηκε ποτέ στη ζωή του ο Αλέξανδρος, για καλό και για κακό. Οπως λέει στο βιβλίο του, έπασχε από «βουλιμική ματαιοδοξία» και με τον ίδιο τρόπο θέλησε να πεθάνει. Ο θάνατος είναι βίωμα και μας τρομάζει, επειδή είναι το μόνο βίωμα που δεν μπορούμε να βιώσουμε. Και προκειμένου να τον βιώσει, να τον οικειοποιηθεί, τον σκηνοθέτησε. Οπως είπε ο Θεοδόσης Τάσιος στον επικήδειο που εκφώνησε, μοιάζει με «μίμησιν πράξεως σπουδαίας και τελείας...».

Αρχές Ιουλίου, φεύγοντας από την παρουσίαση του βιβλίου του, μου είχε πει: «Καλά πήγαμε». Η αίθουσα στο Ιδρυμα Κακογιάννη ήταν γεμάτη –«διώχναμε κόσμο» που λένε και στο θέατρο–, είχε υπογράψει πολλά αντίτυπα. «Θαυμάζω το θάρρος σου», ήταν το μόνο που βρήκα να πω. «Ελπίζω να το κρατήσω ώς το τέλος», πρόσθεσε. Μετά, επειδή τον ήξερα τόσα χρόνια και είχαμε κάνει πολλές πλάκες μαζί, τον ρώτησα: «Ρε συ, μήπως το ’χεις στήσει;». Γέλασε μ’ εκείνο το γενναιόδωρο, και ελαφρώς σαρκαστικό γέλιο, που δεν άλλαξε από τότε που πρωτογίναμε φίλοι, όταν εργαζόμασταν μαζί στη «Μεσημβρινή» του Τάκη Λαμπρία.

«Ευ θνήσκειν». Ο πολιτισμός της ευζωίας έχει επινοήσει χίλια τερτίπια για να λογοκρίνει τον θάνατο. Και έχει λησμονήσει το «ευ θνήσκειν» των Ελλήνων, τον «καλό θάνατο». Ο Αλέξανδρος τον ζήτησε και τον πέτυχε. Υπήρξε έντιμος με τη ζωή του ώς το τέλος της. Και κατά παράδοξο τρόπο, επειδή ο ίδιος δήλωσε στο βιβλίο του «θρησκευόμενος χωρίς Θεό», ακούγοντας χθες στον ναό τα λόγια της Επιστολής του Παύλου προς Θεσσαλονικείς και το απόσπασμα του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, σκεφτόμουν πως του ταίριαζαν. Πέθανε κι αυτός σαν τον βασιλέα κυρ Μανουήλ τον Κομνηνό του Καβάφη «ντυμένος μες την πίστη του σεμνότατα». Μια πίστη στη ζωή του, στη γοητεία του, στην ειλικρίνειά του, τις οποίες προτίμησε να αποχωριστεί πριν τις δει να ταπεινώνονται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ