ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ανατροπές στη διατροφή και στη γεωργία

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εντύπωση, δέος, μεγάλη ανησυχία, ακόμα και σοβαρές αντιδράσεις προκάλεσε η είδηση ότι ο γερμανικός κολοσσός του φαρμακευτικού και χημικού κλάδου Bayer εξαγόρασε με το τεράστιο ποσό των 66 δισ. δολαρίων (περίπου 55 δισ. ευρώ) την επίσης πολύ μεγάλη αμερικανική εταιρεία αγροχημικών Monsanto. Πρόκειται για δύο από τα πιο σημαντικά πολυεθνικά μονοπώλια που ελέγχουν τον κλάδο των φυτοφαρμάκων και των εμπορεύσιμων σπόρων, μαζί με την ελβετική Syngenta, την επίσης γερμανική BASF και τις αμερικανικές Dow και DuPont. Οι έξι αυτές μεγα-εταιρείες ελέγχουν ουσιαστικά την αγροτική παραγωγή και άρα σε μεγάλο βαθμό τη διατροφή του πλανήτη μας, καθώς διακινούν το 60% των εμπορεύσιμων σπόρων και το 75% των αγροχημικών προϊόντων.

Η Bayer είναι η δεύτερη παγκοσμίως εταιρεία στην αγορά φυτοφαρμάκων (μετά τη Syngenta), με μερίδιο 17%, ενώ διαθέτει και ένα μικρότερο μερίδιο στην αγορά σπόρων. Η Monsanto είναι ο ηγέτης στην αγορά σπόρων (με μερίδιο 26%), ενώ είναι η πιο εμβληματική εταιρεία στα γενετικώς τροποποιημένα προϊόντα, τα λεγόμενα μεταλλαγμένα. Η νέα συγχωνευμένη εταιρεία θα ελέγχει πάνω από το 25% του διεθνούς εμπορίου φυτοφαρμάκων και σπόρων. «Ο έλεγχος της αγοράς και μέσω αυτής της παραγωγής, του τι θα τρώμε τελικά, είναι μια ανησυχητική και αρνητική εξέλιξη», λέει στην «Κ» ο Γιώργος Κάργας, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. «Και στην Ελλάδα η μεγάλη πλειονότητα των αγροτών αγοράζει πλέον σπόρους, μεγάλο μέρος των οποίων είναι εισαγόμενοι. Οταν μερικές πολυεθνικές εταιρείες ελέγχουν την αγορά, όχι μόνο θα μπορούν να αποσπάσουν μονοπωλιακό κέρδος από τους αγρότες αλλά να κατευθύνουν και τη γεωργία, με κίνδυνο αρνητικών εξελίξεων στο περιβάλλον, τη διατροφή και τη δημόσια υγεία. Η επέκταση των μεταλλαγμένων είναι μία απ’ αυτές τις απειλές», τονίζει ο κ. Κάργας.

Χαρακτηριστικό είναι αυτό που έγινε στις ΗΠΑ. Η Monsanto ελέγχει –με μεταλλαγμένους ή συμβατικούς σπόρους– το 80% της παραγωγής καλαμποκιού και το 90% της σόγιας. Το αποτέλεσμα είναι πως οι άνθρωποι σήμερα στις ΗΠΑ έχουν αυξήσει την κατανάλωση τροφών που βασίζονται στο καλαμπόκι, μειώνοντας την ποικιλομορφία της διατροφής σε σχέση με το παρελθόν. Πρόκειται για διατροφή πλούσια σε θερμίδες, αλλά λειψή σε άλλες χρήσιμες για την υγεία τροφές. Ταυτόχρονα, ενώ το 1975 η καλλιέργεια ενός εκταρίου καλαμποκιού στοίχιζε στον Αμερικανό αγρότη 11 δολάρια, τώρα έχει φτάσει τα 65-70 δολάρια. «Ενοποίηση αυτού του μεγέθους δεν μπορεί να είναι πρότυπο για τη γεωργία, ούτε μπορεί να καθορίσει το μέλλον μας», δήλωσε ο πρόεδρος της Εθνικής Ενωσης Αγροτών στις ΗΠΑ, Ρότζερ Τζόνσον.

Οι εξελίξεις μπορεί να γίνουν ακόμα πιο ανησυχητικές, καθώς υπάρχουν σχέδια για δύο ακόμα μεγα-συγχωνεύσεις στον κλάδο: της Syngenta με την κινεζική ChemChina και των δύο αμερικανικών DuPont και Dow Chemical. «Η συγχώνευση της Bayer με τη Monsanto κάνει ορατή στους καταναλωτές τη σύνδεση μεταξύ των Big Pharma, Big Biotech και Big Food, δηλαδή του ελέγχου και της διαπλοκής των τομέων του φαρμάκου, της βιοτεχνολογίας και της διατροφής», δήλωσε ο Ρόνι Κούμινς, διευθυντής του Συνδέσμου Καταναλωτών Οργανικών Προϊόντων (OCA).

Πολλοί στον χώρο των περιβαλλοντικών οργανώσεων φοβούνται πως η εξαφάνιση του εμπορικού σήματος της Monsanto, που έχει ήδη φθαρεί λόγω της εμπλοκής της με τα μεταλλαγμένα και με άλλα τοξικά προϊόντα, μπορεί να οδηγήσει στην επέκταση των επιβλαβών προϊόντων. Μια απ’ αυτές τις ουσίες είναι η glyphosate, η οποία συνδέεται με καρκινογενέσεις και υπάρχει στο ζιζανιοκτόνο Round Up. «Δεν έχει σημασία ποιος κατασκευάζει ή πωλεί την glyphosate. Η βλάβη στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία παραμένει η ίδια», προσθέτει ο κ. Κούμινς. Για τη χρήση της glyphosate υπάρχει μεγάλη αντιπαράθεση στη Γερμανία, όπου πολλά καταστήματα πωλούν προϊόντα χωρίς glyphosate, και πολλοί ανησυχούν ότι η εξαγορά της Monsanto θα οδηγήσει σε «άφεση αμαρτιών» στην τοξική ουσία.

Ανησυχία για μεταλλαγμένα

Ανάλογη ανησυχία υπάρχει για το ζήτημα των γενετικώς τροποποιημένων προϊόντων. Στην Ε.Ε. υπάρχουν ισχυρές αντιδράσεις του πληθυσμού στα μεταλλαγμένα, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λάβει μέτρα που δυσκολεύουν την εξάπλωσή τους, χωρίς βέβαια να τα απαγορεύσει συνολικά, όπως ζητούν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις και οι αγρότες. Τι θα συμβεί όμως στην περίπτωση που η πιο μεγάλη εταιρεία παραγωγής μεταλλαγμένων (μετά την εξαγορά της Monsanto από την Bayer) θα είναι πλέον ευρωπαϊκή και μάλιστα γερμανική; Υπάρχει κίνδυνος να προσαρμοστεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία στη θέληση του γερμανικού κολοσσού; Θα ήταν παράλογο να το αποκλείσει κάποιος. Εξάλλου, η Bayer έχει ήδη βρεθεί στο στόχαστρο λόγω των νεονικοτινοϊδών φυτοφαρμάκων της, τα οποία κατηγορούνται ότι έχουν αρνητική επίδραση στους πληθυσμούς των μελισσών σύμφωνα με μεγάλη πολυετή έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο BBC, με αποτέλεσμα να έχουν τεθεί (με μεγάλη καθυστέρηση) σε καθεστώς μορατόριουμ από την Ε.Ε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ