ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

«Καμιά φορά ονειρεύομαι στα ελληνικά»

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Ο Μεχμέτ Γιασίν, που γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους τουρκόφωνους ποιητές της γενιάς του, ήρθε στην Αθήνα για την παρουσίαση της πρώτης ανθολογίας του στα ελληνικά.

Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες αποσπώντας σημαντικότατες διακρίσεις, όμως ο Μεχμέτ Γιασίν δεν είναι ποιητής. «Γράφω ποιήματα και με αποκαλούν ποιητή. Αλλά συνήθως είναι καλύτερο να λες ότι είσαι συγγραφέας. Γιατί όταν λέω ότι είμαι ποιητής, οι άνθρωποι νομίζουν ότι είμαι τρελός. Αναρωτιούνται τι δεν πάει καλά με μένα ή πιστεύουν ότι υποφέρω από μελαγχολία», λέει στην «Κ». Επιπλέον, ένας ποιητής, σε αντίθεση με έναν συγγραφέα, «δεν θεωρείται επαγγελματίας» στην εποχή μας.

Και αν η «ταυτότητα» του ποιητή είναι εν μέρει υπό αμφισβήτηση, το ίδιο συμβαίνει με την «εθνική» ταυτότητα του Γιασίν, ο οποίος γεννήθηκε και εξακολουθεί να ζει στην Κύπρο, αλλά η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε αρχικά από τις διακοινοτικές συγκρούσεις και αργότερα από την εισβολή του ’74. Στον τόπο όπου μεγάλωσε, η οικογένειά του διώχθηκε λόγω της «τουρκικής» καταγωγής της. Στην Τουρκία, αντιμετωπίστηκε με καχυποψία επειδή ήταν «Κύπριος» (τη δεκαετία του ’80, μάλιστα, του απαγορεύτηκε η είσοδος στη χώρα εξαιτίας της επικριτικής στάσης του απέναντι στο στρατιωτικό καθεστώς) και πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να αναγνωριστεί επίσημα ως ένας από τους μεγαλύτερους τουρκόφωνους ποιητές της γενιάς του – παρότι η μητρική του γλώσσα δεν είναι ακριβώς τα τουρκικά, αλλά μάλλον ένα μείγμα τουρκικών, ελληνικών και αγγλικών.

«Καμιά φορά ονειρεύομαι στα ελληνικά», παραδέχεται. «Ή όταν είμαι μεθυσμένος, αρχίζω ξαφνικά και μιλάω ελληνικά». Αυτή η «σύγχυση» αποτυπώνεται εύγλωττα στους στίχους του («Και με τη γλώσσα σου εισβάλλεις μέσα σε μιαν άλλη ιδιωτικότητα/ καθώς μεταφράζεις τον εαυτό σου από τη μια στην άλλη γλώσσα», και αλλού «δεν μπορείς καν να μεταφραστείς σε κάποια άλλη γλώσσα/ ούτε και ν’ ακουστείς από εκείνους στους οποίους απευθύνεσαι»), ενώ γίνεται βίωμα για τον αναγνώστη στους πειραματισμούς του Γιασίν με τα Καραμανλήδικα, δηλαδή τη γραφή της τουρκικής γλώσσας με ελληνικούς χαρακτήρες που χρησιμοποιούσαν οι τουρκόφωνοι Ελληνες της Μικράς Ασίας.

Αποσπασματική επαφή

Στην Ελλάδα, το κοινό έχει αποσπασματική, στην καλύτερη περίπτωση, επαφή με το έργο του, αφού η πρώτη ανθολογία ποιημάτων του, με τίτλο «Αγγελοι Εκδικητές», κυκλοφόρησε μόλις πριν από έναν χρόνο από τις εκδόσεις Vakxikon.gr. Το βιβλίο παρουσιάστηκε την περασμένη εβδομάδα στο Σπίτι της Κύπρου σε μια εκδήλωση με τη συμμετοχή του ποιητή, μεταφραστή και συγγραφέα, ο οποίος έχει εκδώσει πολυάριθμες συλλογές, καθώς επίσης και δοκίμια και μυθιστορήματα. Σε μια προσπάθεια να «συστήσει» τον Γιασίν στο κοινό, ο επιμελητής και μεταφραστής της έκδοσης, Ζ. Δ. Αϊναλής, έχει συμπεριλάβει δείγματα από το σύνολο της δουλειάς του: από το πρώιμο έργο του, στο οποίο κυριαρχούν οι οδυνηρές μνήμες και οι προβληματισμοί σχετικά με το παρόν και το μέλλον της Κύπρου (το πρώτο του βιβλίο ήταν αφιερωμένο σε όλα τα θύματα των πολέμων στην Κύπρο), μέχρι τη συλλογή «Το παιδί που το σκάει» (2013).

Μολονότι θεωρεί πως η ποίηση ουσιαστικά δεν μεταφράζεται και αυτό είναι κάτι που απλώς «πρέπει να αποδεχθείς», ο Γιασίν, που για ένα διάστημα δίδασκε μετάφραση στο βρετανικό Πανεπιστήμιο του Middlesex και στην Κύπρο, τονίζει πως οι στίχοι του αποδίδονται ευκολότερα στα ελληνικά από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. «Αν το δεις από γλωσσολογικής πλευράς ή αν πιστεύεις ότι η μετάφραση είναι γλωσσολογικό ζήτημα, θα μπορούσες να πεις ότι τα τουρκικά μεταφράζονται εύκολα στα ουγγρικά, τα καζακικά ή τα φινλανδικά, γιατί γλωσσολογικά ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Αλλά αν θεωρείς ότι είναι πολιτισμικό ζήτημα, ότι μεταφράζεις μία κουλτούρα σε μία άλλη, τότε είναι πιο κοντά στα ελληνικά – πιθανώς και στα αρμένικα και τα κουρδικά, δεν ξέρω. Γιατί έχουμε τις ίδιες εκφράσεις, λέξη προς λέξη. Οχι μόνο κοινή γαστρονομία και μουσική παράδοση, αλλά ιδιωματισμούς. Και οι ιδιωματισμοί αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο».

Ακόμη κι αν δεν είναι «επάγγελμα», η ποίηση υπήρξε ανέκαθεν ένα «δωμάτιο ψυχοθεραπείας» για τον Γιασίν, που στα ποιήματά του επιστρέφει συχνά στον κόσμο της παιδικής ηλικίας. Ο ίδιος όμως υπογραμμίζει πως δεν πρόκειται για συνειδητή ή συμβολική πράξη. «Εχω πολύ έντονες αναμνήσεις από όταν ήμουν 4 ή 5 χρόνων, αλλά θυμάμαι ελάχιστα πράγματα από όταν ήμουν 10. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι επειδή το σπίτι μου κάηκε και λεηλατήθηκε στη διάρκεια των ταραχών, όταν ήμουν 4 ή 5, θυμάμαι όλες τις λεπτομέρειες», αναφέρει. «Ισως η παιδική ηλικία είναι μια σειρά αξιομνημόνευτων γεγονότων που ανακαλείς στη μνήμη σου καθώς προσπαθείς να χτίσεις μια αίσθηση συνέχειας στον χρόνο». Συγχρόνως, η παιδικότητα ισοδυναμεί με μιας μορφής ελευθερία για έναν ποιητή, αφού του επιτρέπει να απαλλαγεί, έστω και προσωρινά, από «τα στερεότυπα, την ετικέτα, τους κοινωνικούς ρόλους, τις σχέσεις εξουσίας». Εντούτοις «η ποίηση δεν είναι η παραγωγή αφέλειας, και με αυτή την έννοια η παιδικότητα δεν είναι καλή για την ποίηση. Μπορεί ακόμα και να είναι επικίνδυνη».

Στα πρώτα χρόνια της δημιουργικής του πορείας, ο ποιητής ήταν αναγκασμένος να απαντά συχνά σε ερωτήματα πολιτικής φύσης, ιδιαίτερα όταν μιλούσε με δημοσιογράφους και κριτικούς λογοτεχνίας. Σήμερα, όμως, η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική. «Οι νεότερες γενιές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, έχουν μια πιο σύνθετη, πιο παγκόσμια οπτική, στη λογοτεχνία και την πολιτική», υποστηρίζει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ