Γιώργος Παγουλάτος* ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Το μέλλον δεν ανήκει στους νέους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​τη νεκρολογία του για τον Σιμόν Πέρες, ο πρόεδρος Ομπάμα απέδωσε στον μεγάλο Ισραηλινό ηγέτη μια ενδιαφέρουσα φράση: «Αντίθετα με την κοινή αντίληψη ότι στους νέους ανήκει το μέλλον, αυτό που ανήκει στους νέους είναι το παρόν». «Ασε το μέλλον σε μένα», του είχε πει ο ηλικιωμένος Πέρες, «έχω χρόνο». Ο Πέρες ανήκε στους ηγέτες που μπορούσαν να στοχαστούν και να εργαστούν για το μακροπρόθεσμο μέλλον της πατρίδας τους. Στις σοβαρές χώρες, αυτή είναι η δουλειά μιας ώριμης ηγεσίας.

Το οικονομικό μέλλον της δικής μας χώρας έχει δύο διαστάσεις: άμεση και μακροπρόθεσμη. Το πρώτο: πώς θα τερματιστεί η παραλυτική στασιμότητα, με έξοδο σε ισχυρή ανάπτυξη. Το δεύτερο: πώς η χώρα θα μπορέσει να διατηρήσει έναν υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, ώστε, μεταξύ άλλων, να μην καταρρεύσει το ασφαλιστικό σύστημα.

Το δημογραφικό πρόβλημα οδηγεί μακροπρόθεσμα το ασφαλιστικό και τη χώρα σε χρεοκοπία. Το πρόβλημα ξεκινά από σήμερα, παρά τις σωτήριες βελτιώσεις που νομοθετήθηκαν το 2010-16. Το ετήσιο έλλειμμα του συνταξιοδοτικού, που καλύπτεται με κρατική επιχορήγηση, είναι 10% ΑΕΠ, έναντι 2,5% της Ευρωζώνης.

Η κυβέρνηση απαντά με ακόμα βαρύτερη φορολόγηση της μειοψηφίας που καταβάλλει φόρους και εισφορές, ωθώντας περισσότερους στην έξοδο από την επίσημη οικονομία ή από τη χώρα. Ο φαύλος κύκλος αφήνει ακόμα λιγότερους να συνεισφέρουν, λιγότερα έσοδα, μεγαλύτερο έλλειμμα, συρρίκνωση. Η έξοδος εργαζομένων και επιχειρήσεων επιδεινώνει την αρνητική δημογραφική δυναμική.

Ο λάθος τρόπος για να αντιμετωπίσεις το έλλειμμα του ασφαλιστικού (άμεσο και μακροπρόθεσμο) είναι με υπερφορολόγηση όσων παράγουν. Υπό αυτή την οπτική ήταν σωστές οι προτάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και αποτυπώνουν μια λογική αναγκαίας φορολογικής ελάφρυνσης που χρηματοδοτείται από περικοπή δαπανών. H Ελλάδα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ήταν το 2015 η μόνη χώρα που αύξησε τη φορολογία των επιχειρήσεων, από 26% σε 29%. Ο κ. Μητσοτάκης προτείνει μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη (σε μια χώρα με ελάχιστες πια κερδοφόρες επιχειρήσεις) από 29% σε 20%, και μείωση της φορολόγησης των μερισμάτων (σε ένα νεκρό χρηματιστήριο) από 15% σε 5%.

Η προσέγγιση αυτή έχει σημασία, γιατί αντιλαμβάνεται το παραγωγικό πρόβλημα της χώρας από την οπτική των κινήτρων όσων παράγουν τον πλούτο. Και διότι εισάγει τη λογική: να δούμε κωδικό προς κωδικό δαπάνες και αποδοτικότητα του Δημοσίου, γιατί υπάρχουν ακόμα περιθώρια εξοικονόμησης. Ο Κ. Μητσοτάκης είναι ο πρώτος αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης από το 2009 που ασκεί αντιπολίτευση μετρημένων και κοστολογημένων επαγγελιών.

Το πρόβλημα όμως είναι ευρύτερο. Η μόνη στρατηγική που μπορεί να βγάλει τη χώρα σε ισχυρή ανάπτυξη είναι μια στρατηγική συμφωνίας για χαμηλότερα πλεονάσματα με τους εταίρους, σε αντάλλαγμα για τολμηρές μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν το δυνητικό προϊόν. Αυτή η στρατηγική υποστηρίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τη Ν.Δ., αλλά κατ’ όνομα μόνο από την κυβέρνηση, που αδυνατεί να πείσει για τη δέσμευσή της στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Η πρόταση έχει ως βασικό σύμμαχο το ΔΝΤ, που υποστηρίζει 1,5% στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος. Το ΔΝΤ όμως λέει κάτι ακόμη: Οτι η χώρα θα είναι παγιδευμένη σε μακροπρόθεσμα χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης (1,25%) όσο η στήριξη σε μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή. Παρατηρώντας το τελετουργικό ξερίζωμα της μεταρρύθμισης Διαμαντοπούλου στην παιδεία, το μελαγχολικό συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα. Χωρίς μεταρρυθμίσεις η χώρα θα παραμένει κλειδωμένη σε έναν από τους χαμηλότερους ρυθμούς βελτίωσης της παραγωγικότητας στην Ευρωζώνη, κι άρα σε ένα δυστοπικό μέλλον επιδεινούμενης φτώχειας.

Τι επικαλείται το ΔΝΤ; Οι τράπεζες δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, όσο παραμένουν φορτωμένες με κακά δάνεια. Οι αγορές προϊόντων, υπηρεσιών και εργασίας παραμένουν στρεβλωμένες και δυσλειτουργικές. Και τα capital controls πέφτουν βαριά σε όσες επιχειρήσεις συναλλάσσονται με το εξωτερικό.

Δύο ακόμα πράγματα εμποδίζουν την αύξηση της παραγωγικότητας – και για τα δύο η τρόικα φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Το ένα είναι το επενδυτικό κενό. Η χώρα θα χρειαστεί επενδύσεις 100 δισ. τα επόμενα πέντε χρόνια, για να πλησιάσει τα επίπεδα του 20% ΑΕΠ προ κρίσης, από το σημερινό 12%. Με περικοπή κάθε χρόνο των δημόσιων επενδύσεων για να προστατευθούν μισθοί και συντάξεις, συμβαλλουσών της πιστωτικής ασφυξίας και απειλής του Grexit, η οικονομία οδηγήθηκε σε εκτεταμένη αποεπένδυση. Σημασία έχει τώρα η στόχευση νέων επενδύσεων σε τομείς εξωστρέφειας και υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι το δεύτερο. Το μείγμα δημοσιονομικής περιστολής χωρίς αντισταθμιστικά εργαλεία ήταν υπέρμετρα υφεσιακό. Συνέβαλε σε εκτόξευση της ανεργίας, που παραμένοντας τόσα χρόνια πάνω από 24% «έκαψε» μια γενιά ανθρώπινου δυναμικού. Γενναίες πολιτικές ευέλικτης επανένταξης στην αγορά εργασίας χρειάζονται, και μια κυβέρνηση που θα τα δίνει όλα για δημιουργία επενδύσεων που θα προσφέρουν δουλειές.

Το ένα ζήτημα είναι πώς βγαίνουμε από τον βάλτο. Το άλλο είναι πώς διαμορφώνεται μια εθνική στρατηγική αντιστροφή της μακροπρόθεσμης καθοδικής πορείας, που θα περιλαμβάνει την αντιμετώπιση του δημογραφικού. Στο πρώτο έχουμε τις αντιφατικές προσπάθειες της κυβέρνησης και σοβαρές προτάσεις της αντιπολίτευσης. Στο δεύτερο δεν έχουμε τίποτα. Τουλάχιστον υπάρχουν οι εκθέσεις του ΔΝΤ που μας υποχρεώνουν να σκεφτούμε πέρα από τις επόμενες εκλογές.

*Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ