Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Χάνουμε το πολυτιμότερο αγαθό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κοτζιάς προς Μπαλτά: «Γουότ ντου γιου μιν ιτ γουόζ όβερ δε ρίβερς;». Δίπλα του, η κυρία Θεανώ (που έχει φάει πάρα πολλά γεμιστά στη ζωή της, ώστε τα κουμπιά του υποκαμίσου της να υποχωρούν...) ακκίζεται με το ίνδαλμά της...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Ανοίξτε το κυριακάτικο φύλλο της «Καθημερινής» στις σελίδες 4 και 5 και, ιδού, έχετε μπροστά σας το αδιέξοδο αυτής της κυβέρνησης. Στην 4, στην ανταπόκρισή της από τις Βρυξέλλες, η Ελ. Βαρβιτσιώτη περιγράφει την αποτυχία του πρωθυπουργού, προ δεκαπενθημέρου, να πείσει τους εκπροσώπους των μεγαλυτέρων hedge funds να επενδύσουν στην Ελλάδα. «Αν δεν παρακολουθούσαμε συστηματικά τι γίνεται στην Ελλάδα, μπορεί και να τον πιστεύαμε», είπε ένας από αυτούς. Από όσα δηλώνουν στη δημοσιογράφο, προκύπτει σαφώς ότι τους αποθαρρύνει η διαρκής αβεβαιότητα, εξαιτίας των σκόπιμων καθυστερήσεων της ελληνικής κυβέρνησης και ιδίως ενόψει δεύτερης αξιολόγησης.

Ευτυχής σύμπτωση η αναφορά στην αξιολόγηση, διότι αν περάσουμε στη διπλανή σελίδα, την 5, ο Κ. Παπαδιόχος στο κεντρικό πολιτικό κομμάτι περιγράφει μια κυβέρνηση διχασμένη μεταξύ εκείνων που θέλουν «ευελιξία» για να κλείσει η β΄ αξιολόγηση και των σκληροπυρηνικών οι οποίοι ζητούν σκληρή στάση, «ώστε οι όποιες αλλαγές, τουλάχιστον στα εργασιακά, που αγγίζουν τον σκληρό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ, να είναι κατά το δυνατόν ηπιότερες», όπως γράφει το ρεπορτάζ – με άλλα λόγια, εσωτερική αντίσταση στις αλλαγές και, αναπόφευκτα, φθορά της κυβέρνησης. Και αφού μας παρακολουθούν συστηματικά οι ενδιαφερόμενοι από το εξωτερικό, τι πιο φυσικό παρά να βγαίνει η Wall Street Journal (χθες) με το ρεπορτάζ ότι «η ίδια η κυβέρνηση απειλεί με εκτροχιασμό τις μεταρρυθμίσεις». Κατονομάζει μάλιστα ως ηγέτη της αντίστασης τον Σπίρτζη (που έχει στο γραφείο του κι έναν μεταμοντέρνο Βελουχιώτη να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του...).

Αυτή είναι η εικόνα των πραγμάτων και αντικρούει πλήρως τη ρηχή αισιοδοξία ορισμένων ευρωπαϊκών κύκλων –της Ευρώπης του Μοσκοβισί, όπως τη λέω– για την προοπτική της συνεργασίας Βρυξελλών και ελληνικής κυβέρνησης. Ας μην κολλάμε όμως προσωπικά στον Μοσκοβισί, ο οποίος είναι μια περίπτωση ιδιότυπης ελαφρότητας. Κατ’ αρχάς, η Ευρώπη δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να σεβαστεί τη γραφικότητα των Ελλήνων να ψηφίζουν δεύτερη φορά μια κυβέρνηση κομμουνιστών. Επειτα, η γενικότερη ανοχή της Ευρώπης προς την κυβέρνηση, η διακριτικότητα με την οποία την αντιμετωπίζει, είναι εν μέρει συγκυριακή και εξυπηρετεί μια στρατηγικά ανώτερη σκοπιμότητα. Βλέπετε, οι δυνατότητες της Ενωσης, όπως και κάθε άλλου διοικητικού οργανισμού, έχουν τα φυσικά όριά τους· την ώρα αυτή, λοιπόν, άλλες είναι οι προτεραιότητες. Η Ελλάδα ας μείνει να τα βγάλει πέρα με τις επιλογές που έκανε μόνη της – ουδέν πρόβλημα για την Ευρώπη, εφόσον, στην επιφάνεια, το πρόγραμμα εξελίσσεται ομαλά. Δεν είναι η πρώτη ούτε θα είναι η τελευταία φορά, που η Ευρώπη τυλίγει ένα βραχυπρόθεσμο όφελος με ασαφείς ευσεβείς πόθους και χώνει το πρόβλημα κάτω από το χαλί.

Το πρόβλημα είναι, βεβαίως, της ελληνικής κοινωνίας· γι’ αυτό ας μη σπαταλάμε τις μομφές για την Ευρώπη. Η μάχη μεταξύ της σοσιαλιστικής οπισθοδρόμησης και των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων είναι δική μας υπόθεση. Είναι μια μάχη πολιτική που πρέπει να δοθεί με όπλο την πειθώ και να κερδηθεί ανοιχτά στη κοινωνία, με τον μόνο τρόπο που υπάρχει, τις εκλογές. Δεν πρόκειται να αποφύγουμε την αναμέτρηση των δύο κόσμων αν τη μεταθέτουμε στο εσωτερικό της εκάστοτε κυβέρνησης ή της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος. Ούτε και πρόκειται να τη ματαιώσουμε, αν την παραχώσουμε πίσω από την ευκολία των ευχών για την περιλάλητη «εθνική συνεννόηση», που θα τη φέρει ένα περιστέρι ως κλάδο ελαίας από τον ουρανό και όλα θα μοιάζουν με το φινάλε ενός μιούζικαλ.

Πιστεύει κανείς, ειλικρινά, ότι είναι δυνατή η εθνική συνεννόηση με εκπροσώπους ενός καθεστώτος, το οποίο παίζει τόσο εύκολα και απερίσκεπτα με τους θεμελιώδεις θεσμούς της πολιτείας; Ισως εκείνοι που τους διέφυγε το χθεσινό περιστατικό με την έκπτωση του Ισίδωρου Ντογιάκου από τη θέση του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών, επειδή ο Αρειος Πάγος θυμήθηκε, είκοσι ημέρες μετά την εκλογή του Ντογιάκου, ότι του έχει επιβληθεί ποινή για ασέβεια προς την πρόεδρο.

Μόνον όσοι δεν θέλουν να αναγνωρίσουν το πρόβλημα (κάποιοι στην Ευρώπη) και όσοι αναπληρώνουν την έλλειψη σοβαρότητας με γραφικότητα (Λεβέντης και άλλοι παρόμοιοι...) μπορούν να το υποστηρίζουν. Σημειωτέον ότι ο τέως πρόεδρος της Ν.Δ., Ευ. Μεϊμαράκης, που επίσης ζήτησε χθες «εθνική συνεννόηση», ανήκει μόνος του σε ιδιαίτερη κατηγορία: ζήλεψε από την εγκάρδια συνάντηση του Μητσοτάκη με τον Καραμανλή στην Τήνο και ένιωσε ανασφάλεια – τόσο απλό είναι και μην ψάχνετε παραπάνω, σας βεβαιώ. Συνεννόηση, λοιπόν, πώς και με ποιους;

Αυτό που χρειαζόμαστε περισσότερο από την παραμυθία μιας μαγικής «εθνικής συνεννόησης» είναι μια κυβέρνηση με πεποίθηση στις μεταρρυθμίσεις και επαγγελματισμό στην εφαρμογή τους. Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων, το μόνο απτό και συγκεκριμένο που βλέπω να υπάρχει στον πολιτικό ορίζοντα, ώστε να ελπίζω, είναι η προσπάθεια που κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Ν.Δ. να στρέψει τον προσανατολισμό του κόμματος προς την απελευθέρωση των δυνάμεων της οικονομίας. Ακόμη και αυτό το σχετικά ασήμαντο για τον υψηλόφρονα Τύπο μας που ανακοίνωσε χθες, το μητρώο στελεχών, είναι μια απόδειξη του επαγγελματισμού που είναι απαραίτητος στη διαχείριση της κρίσης. Διότι, ουσιαστικά, το μητρώο εισάγει στο κόμμα (προφανώς και στην κυβέρνηση, εφόσον η Ν.Δ. κερδίσει τις εκλογές) τη λογική της αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, όπως υφίσταται στις επιχειρήσεις. Πολύ απλά, να ξέρεις ποιους έχεις και για τι ακριβώς κάνουν, ώστε την κατάλληλη ώρα να είσαι έτοιμος. Ταυτόχρονα, είναι μια διαδικασία αξιοκρατική και συμμετοχική, που δεν αποκλείει κανέναν: όποιος θέλει προσέρχεται, καταγράφεται και ελέγχεται. Πράγματι η Ν.Δ. μυρίζει ΠΑΣΟΚ, όταν την πλησιάζεις πολύ κοντά. Να όμως που ο Κυριάκος ανοίγει την πόρτα για να μπει νέος κόσμος.

Τέτοιου είδους μικρές ιδέες, που αν εφαρμοσθούν σωστά μπορεί να αποδειχθούν μεγάλες, δείχνουν ει μη τι άλλο την αντίληψη που έχει ο ίδιος για την αξία του χρόνου και η οποία είναι εντελώς αντίθετη προς εκείνη των κυβερνώντων. Το επισημαίνει και ένας από τους υποψήφιους επενδυτές που συνάντησαν τον πρωθυπουργό και μετέφεραν τις εντυπώσεις τους στην κυριακάτικη «Κ»: Ο χρόνος είναι ο κυριότερος παράγων στην οικονομία και στις επενδύσεις και η σημερινή κυβέρνηση δείχνει να μην εκτιμά την αξία του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ