ΒΙΒΛΙΟ

Αντώνης Σουρούνης: Ούτε ορθοπεταλιά ούτε γλέντι η ζωή μου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ανθρωπος ψημένος στη ζωή, δοκιμασμένος και άφοβος, με μια ιδιαίτερη στοχαστικότητα και απόσταση, ο Αντώνης Σουρούνης ήταν ένας πεζογράφος που συνδύαζε τον σαρκασμό και το χιούμορ με μια πικρή σοφία. Ο θάνατός του, σε ηλικία 74 ετών, έπειτα από μακρά ασθένεια, κλείνει τον κύκλο ενός δημιουργικού συγγραφέα που κέρδισε δημόσια αναγνώριση αλλά έδινε πάντα την εντύπωση ενός αναλλοίωτου χαρακτήρα. Η κηδεία του έγινε χθες στη Θεσσαλονίκη, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ηταν ένας ταξιδεμένος άνθρωπος, έζησε για χρόνια στη Γερμανία αλλά και στην Αθήνα, ήταν γραφιάς έως το μεδούλι. Εγραφε γιατί αυτό ανάβλυζε από μέσα του, όπως έλεγε.

Αν υπήρχε κάτι που δεν ταίριαζε στον Αντώνη Σουρούνη, αυτό ήταν μια προβλέψιμη ζωή, και κατά συνέπεια μια προβλέψιμη πλοκή στα βιβλία του. «Κρατώντας σταθερά τον σπάγκο της διήγησης στο χέρι, τον αμολά ή τον τραβά, κι όχι μονάχα εκεί που το περιμένεις», είχε γράψει ο Δημήτρης Μαρωνίτης για τον «Χορό των ρόδων», το μυθιστόρημα που έδωσε στον Αντώνη Σουρούνη το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1995).

Ο «Χορός των ρόδων» (από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που είναι ο εκδότης του Σουρούνη) οδηγεί στον κόσμο της ρουλέτας, με τον οποίο είχε βιωματική σχέση, ένα θέμα που προσφερόταν για ψυχογραφήματα, συμβολισμούς αλλά και χιουμοριστικές ανατροπές. Ο Σουρούνης έστηνε κόσμους, έφτιαχνε ανθρώπους από πηλό, είχε χωμάτινους ήρωες, τους έπλαθε, τους έτριβε, τους συνέθλιβε, τους φυσούσε ζωή. Στον «Γκας ο γκάνγκστερ» (2000), με αποτυπώματα από τη δική του διαδρομή, έχει έναν ήρωα που βουτάει στη ζωή, μπαρκάρει, ξενιτεύεται.

Ο κόσμος του Αντώνη Σουρούνη, όπως φαίνεται και στο «Μονοπάτι στη θάλασσα» (2006, βραβείο «Διαβάζω»), είναι ένας κόσμος σε ένα μεταίχμιο αθωότητας και σκληρού ρεαλισμού, σε εκείνο το διαρκές λυκόφως όπου οι ήρωες μοιάζουν πάντα ψευδαισθητικά αμφίσημοι.

Το γράψιμο το είχε μέσα του. Είχε εκδώσει πολλούς τίτλους μυθιστορημάτων και συλλογών διηγημάτων. Γεννήθηκε το 1942 στη Θεσσαλονίκη και το 1960 ακολούθησε το ρεύμα προς τη Γερμανία, όπου ήδη είχαν εγκατασταθεί συγγενείς του. Εκεί, μπόρεσε και έκανε σπουδές (Κοινωνιολογία και Πολιτικές Επιστήμες στα Πανεπιστήμια της Κολωνίας, του Σααρμπρίκεν και του Ινσμπρουκ) αλλά επαγγελματικά ξεχύθηκε στη ζωή ακολουθώντας πλήθος επαγγελμάτων από τραπεζικός υπάλληλος έως ναυτικός και επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας. Μπάρκαρε, έζησε τη θάλασσα, τσαλακώθηκε. Η θάλασσα τον σημάδεψε. Το 1970 άφησε τη Φρανκφούρτη και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη και το 1987 στην Αθήνα. «Ούτε ορθοπεταλιά ούτε γλέντι είναι η ζωή μου», είχε πει σε μια εξαιρετική συνέντευξη που είχε δώσει το 2009 στην Αναστασία Λαμπρία (protagon.gr). «Είναι ανάσκελα στο κύμα, που γράφω και στον “Γκας”. Ετσι πρέπει να ’ναι η ζωή, ανάσκελα στο κύμα. Και κάπου κάπου να κουνάς το πόδι σου για να μη σπάσεις το κεφάλι σε κάνα βράχο. Και να μη φοβάσαι. Αυτό ξεκίνησε από τη μικρή μου ηλικία, όταν δούλευα με τον πατέρα μου στους δρόμους. M’ άρεσε να τσακώνομαι γιατί ήξερα πως στο τέλος θα γινόμουν φίλος μ’ αυτόν που τσακωνόμουνα. Ακόμη κι αν ο άλλος είναι πιο δυνατός από σένα κι έχει πιο πολλά προσόντα από σένα. Αν δει ότι δεν φοβάσαι, σε παραδέχεται κι αυτός, σε εκτιμάει. Σου λέει, “έλα, πάμε μαζί να περπατήσουμε”».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ