Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τρεις εκθέσεις και ένα διαζύγιο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αν επέτρεπαν στη διοίκηση του ΔΝΤ να αποφασίσει μόνη της για τη συνέχεια της σχέσης τους με την Ελλάδα, θα έσπευδαν να ζητήσουν την έκδοση συναινετικού διαζυγίου. Οχι βεβαίως από την Ελληνική Δημοκρατία, αφού τόσο διά των προηγουμένων κυβερνήσεων αλλά σίγουρα με την παρούσα, η χώρα βδελύσσεται οτιδήποτε μελετούν στα κτίρια της λεωφόρου της Πενσυλβανίας. Το διαζύγιο πρέπει να συμφωνηθεί με τους Ευρωπαίους, που διαθέτουν πλειοψηφία και επιρροή στο Ταμείο ικανές να υποχρεώσουν την κυρία Λαγκάρντ να επιστρέψει στο ελληνικό πρόγραμμα. Οι διαθέσιμες εμπιστευτικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν πόσο πολύ έχουν μετανιώσει στην Ουάσιγκτον επειδή, το 2010, δέχτηκαν να παρακάμψουν τους κανόνες και μάλιστα χωρίς να έχουν τον τελευταίο λόγο.

Τα στελέχη του Ταμείου διαθέτουν περίσσια εμπειρία της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας για να θεωρούν ότι ήταν, πράγματι, λάθος η απόφαση που εμπόδισε την καταστροφή της Ελλάδας το 2010. «Επρεπε να διευκολυνθεί μια ελεγχόμενη πτώχευση του ελληνικού χρέους και να πέσει όλο το βάρος στην άμεση διάσωση των τραπεζικών συστημάτων των άλλων κρατών της Ζώνης», εξηγούσε υψηλόβαθμο στέλεχος επενδυτικού οίκου. Από την άλλη, κανείς δεν διανοήθηκε ότι ένα κράτος-μέλος της Ευρωζώνης θα συμπεριφερόταν τόσο ανεύθυνα.

Το Ταμείο εκδίδει τρεις εκθέσεις για την κατάσταση της διεθνούς οικονομίας. Στην πρώτη, όπου εξετάζονται τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη, σημειώνεται ότι στον ορίζοντα του 2021 η Ελλάδα θα κινηθεί με θετικούς αλλά ανεπαρκείς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, με την ανεργία σε κοινωνικώς απαράδεκτα ύψη.

Με τη δεύτερη έκθεσή τους, για τη δημοσιονομική ισορροπία, διαπιστώνεται πως το κρατικό χρέος παραμένει δυσθεώρητο και μη βιώσιμο και επομένως το κρατικό πλεόνασμα δεν μπορεί να είναι υψηλότερο από 1,6% του ΑΕΠ· μικρότερο από το μισό εκείνου που περιμένει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τέλος, στην τρίτη έκθεση, που ασχολείται με τις αντοχές του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, το Ταμείο επαναφέρει την εκτίμησή του για τους κινδύνους που συνεχίζει να αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, κατά κύριο λόγο εξαιτίας του βάρους των «κόκκινων» δανείων.

Το συμπέρασμα είναι μάλλον απλό: η Ελλάδα έχει μια οικονομία σε παρακμή, ανίκανη να εκμεταλλευθεί ευκαιρίες, που θα βουλιάζει επί μακρόν από το βάρος της συνταξιοδοτικής δαπάνης, της χαμηλής παραγωγικότητας και του ασθενικού κεφαλαίου. Με δύο λόγια, το Ταμείο λέει αυτό που οι Ευρωπαίοι αρνούνται να παραδεχτούν. Οταν την προσεχή άνοιξη θα έχουν κλείσει επτά χρόνια αυστηρής εποπτείας και παρακολούθησης των πολιτικών και της πολιτικής τους, η χώρα θα παραμένει ασθενής και κλινήρης. Επ’ αυτού του συμπεράσματος, θέτει το λογικό ερώτημα: «Τι μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο μέχρι τη λήξη του τρίτου μνημονιακού προγράμματος, το 2018, ώστε να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα θα μπορεί να σταθεί στα πόδια της και να κινηθεί χωρίς την ευρωπαϊκή υποστήριξη;».

Δυστυχώς, η απάντηση κάθε λογικού ρεαλιστή είναι ακραίως απαισιόδοξη. Είναι για τον λόγο αυτόν η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους απαραίτητη και επείγουσα. Πρέπει να την κερδίσουμε. Υπό τον όρο, όμως, ότι θα έρθει να κουμπώσει με μια επαναστατική απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας, μεταρρύθμιση της διοίκησης και περιορισμό του αυταρχικού κομματικού κράτους. Μπορεί η παρούσα κυβέρνηση να κάνει τα περισσότερα απ’ αυτά; «Οχι!»· σίγουρα «όχι μόνη της». Θα μπορέσει μία επόμενη; «Δυστυχώς όχι»! Η αποδοτική λύση είναι να συγκροτηθεί, το ενωρίτερο το καλύτερο, κυβέρνηση ανασυγκρότησης. Μετά την άνοιξη του ’17 δεν θα υπάρχει χρόνος να προλάβουμε τα μοιραία γεγονότα που μας περιμένουν το φθινόπωρο του 2018.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ