Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Ειρήνη υμίν και προσευχή

Κύριε διευθυντά
Πολύς λόγος γίνεται για την προσευχή στα σχολεία. Προτείνω μία λύση που εφάρμοσα κατά τη θητεία μου ως διευθυντής Γυμνασίου από τη δεκαετία του 1970. Πρόσεξα πως την ώρα της προσευχής, εκτός από τη «βαβούρα» πεντακοσίων και πλέον ατόμων στην αυλή, μερικοί μαθητές του Λυκείου (που «συγκατοικούσαμε») ακουμπισμένοι στον μαντρότοιχο κάπνιζαν αρειμανίως, ενώ αρκετοί καθηγητές «κατέφθαναν» όταν οι μαθητές βρίσκονταν ήδη στις τάξεις. Είπα στους μαθητές του Γυμνασίου να μπαίνουν στις αίθουσες μόλις σημάνει το κουδούνι, χωρίς παράταξη στην αυλή, και οι καθηγητές να προηγούνται για να μη δημιουγείται οχλαγωγία. Στις αίθουσες οι μαθητές (25-30), παρόντος του καθηγητή, έκαναν προσευχή «ήσυχα, ήρεμα και σεμνά». Αν ο διδάσκων καθυστερούσε, έμπαινα στην αίθουσα, έκανα προσευχή, και όταν ερχόταν, ζητούσα συγγνώμη «διότι παρενέβην στα καθήκοντά του», γιατί τα παιδιά ατακτούσαν κατά την απουσία του. Εκτοτε ήταν πάντα στην ώρα τους.  Για όσους απορούσαν για την «παραβίαση» της εγκυκλίου του υπουργείου «για ομαδική προσευχή κ.λπ.», είχα πρόχειρη την απάντηση:

«Και όταν προσεύχη, ουκ έση ώσπερ οι υποκριταί, ότι φιλούσιν εν ταις συναγωγαίς και εν ταις γωνίαις των πλατειών εστώτες προσεύχεσθαι, όπως αν φανώσι τοις ανθρώποις. Αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών. Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου (σ.σ.: το απόμερο δωμάτιο) και κλείσας την θύραν σου πρόσευξε τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ. Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε (σ.σ.: βαττολογώ - φλυαρώ) ώσπερ οι εθνικοί. Δοκούσι γαρ ότι εν τη πολυλογία αυτών εισακουσθήσονται».

Βεβαίως, υπάρχει και ο ψαλμός «εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν...», αλλά ο λόγος του Κυρίου είναι μείζων του ψαλμού, ο οποίος απευθύνεται σε άλλα ακροατήρια, άλλων εποχών.

Οσον αφορά τους όρκους και κατάρες της μορφής... «παρακαλώ τον Εσταυρωμένο Χριστό να σαπίσει το χέρι του Φίλη αν υπογράψει τέτοιο διάταγμα», μου θυμίζουν το «ανάθεμα» του Ελ. Βενιζέλου.

Θα προτιμούσα τη σοφία των κειμένων: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται» Ματθ. ε΄ 9, & «νυνί δε (τώρα) μένει, πίστις ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. Μείζων δε τούτων η αγάπη» Κρ. Α΄ ιγ΄ 13.

Αυτά ας έχουμε υπόψη μας όλοι: λαϊκοί, άρχοντες και... μητροπολίτες!

Ιορδανης Β. Παπαδοπουλος - Μαθηματικός, τ. γυμνασιάρχης

Χάσαμε την ευκαιρία με τον Γιάνη. Στοπ

Κύριε διευθυντά
Ανέκαθεν πίστευα ότι το μέτρο σύγκρισης για τη σύγχρονη Ελλάδα σε ό,τι αφορά την παραγωγή προσωπικοτήτων διεθνούς επιπέδου, που συνεισφέρουν σε διαφορετικούς τομείς στην παγκόσμια κοινότητα, δεν μπορεί παρά να είναι μια παρεμφερής χώρα. Παρεμφερής σε ό,τι αφορά τον πληθυσμό, την κουλτούρα, την οικονομική κατάσταση, ακόμα και το ατυχές πρόσφατο πολιτικό παρελθόν (δικτατορία, κ.λπ.).

Προ ημερών ανακοινώθηκε ότι ο επόμενος γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών θα είναι ο Αντόνιο Γκουτιέρες, πρώην πρωθυπουργός της Πορτογαλίας. Θέση υψηλότατου επιπέδου. Τα προηγούμενα χρόνια πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν ο Ζοζέ Μπαρόζο, επίσης πρώην πρωθυπουργός της ίδιας χώρας. Οσο και εάν οι θέσεις αυτές ανατίθενται σε ανθρώπους που υποτίθεται ότι εξυπηρετούν συμφέροντα, γεγονός είναι ότι μόνο θετική αντανάκλαση σε διεθνές επίπεδο μπορεί να έχει η ανάδειξή τους για τη χώρα από την οποία προέρχονται. Αλλά και στον αθλητισμό η Πορτογαλία έχει πρεσβευτές διεθνώς, πολύ μεγάλης αξίας. Για να μην αναφερθώ σε λογοτεχνία...

Ας σκεφτούμε λίγο τι θα σήμαινε για τη χώρα μας –ιδιαίτερα στη σημερινή μας κατάσταση– εάν είχαμε και εμείς αντίστοιχους πρεσβευτές. Δεν θα ήταν καθημερινό σχεδόν σημείο αναφοράς από τα διεθνή ΜΜΕ; Δεν θα μας έβγαζε λίγο από τη διεθνή ανυποληψία; Δεν θα μας έκανε πιο υπερήφανους;

Είναι πράγματι πολύ λυπηρό και ταυτόχρονα ανησυχητικό. Από την εποχή του Ελύτη και του Θεοδωράκη η χώρα δεν έχει αναδείξει κάποια προσωπικότητα διεθνούς ακτινοβολίας σε οιονδήποτε τομέα.

Αντίθετα έχομε περιέλθει σε μια περιδίνηση εσωστρέφειας και μιζέριας. Η ανάδειξη μιας προσωπικότητας σε διεθνές επίπεδο από μια κοινωνία, προϋποθέτει στιβαρούς θεσμούς, οργάνωση, σοβαρότητα, υγιές εκπαιδευτικό σύστημα. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, ό,τι δεν διαθέτει δηλαδή η σύγχρονη Ελλάδα.

Είχαμε βέβαια μία μεγάλη ελπίδα για διεθνή αναγνώριση και καταξίωση με τον πρώην υπουργό μας Οικονομικών.

Με το μεγαλεπήβολο σχέδιο και όραμά του όμως να αλλάξει την Ευρώπη, φόβισε τους εταίρους μας και έχασε την ευκαιρία να αναλάβει τον μεγάλο διεθνή θεσμικό ρόλο που δικαιωματικά του ανήκε...

Μινως Λιακος - Μαθηματικός

Η συνείδηση των δικαστών

Κύριε διευθυντά
Υπό τον τίτλο «Η Δικαιοσύνη και οι λειτουργοί της», δημοσιεύθηκε επιστολή του επ. δικηγόρου κ. Στρατή Στρατήγη, στην οποία αναφέρει, πλην άλλων, το παράδειγμα φίλου του, που «εξελίχθηκε σε εξαίρετο ανώτατο δικαστή», αλλά μετά τις εκλογές του 1977 του «εξομολογήθηκε» ότι είχε βρει τρόπο να πλησιάσει το ΠΑΣΟΚ –αντίθετο, από ό,τι φαίνεται, με τις μέχρι τότε πεποιθήσεις του– στην εκφρασθείσα δε έκπληξή του απάντησε «κυνικότατα»: «Μα αυτοί θα είναι κυβέρνηση όταν εγώ θα είμαι επιλέξιμος για την ηγεσία του δικαστηρίου μου». Κρίμα. Κρίμα για τον χαρακτηρισμό του εν λόγω δικαστή ως «εξαίρετου».

Η συνείδηση του δικαστή ούτε εκπλειστηριάζεται ούτε προσαρμόζεται στις προσωπικές του φιλοδοξίες και επιδιώξεις. Η συνείδηση κάθε ανθρώπου αποτελεί –για να θυμίσω την περίφημη φράση του κορυφαίου φιλοσόφου των νεότερων χρόνων Kant– «τον υπέρτατο δικαιοδοτικό βαθμό σε θέματα ηθικής». Και αν για κάθε άνθρωπο η συμμόρφωση προς τη συνείδησή του αποτελεί στοιχειώδη ηθική επιταγή, για τον δικαστή αποτελεί νομική υποχρέωση, και μάλιστα την πρωταρχική νομική υποχρέωση επιτέλεσης του λειτουργήματός του. Βέβαια, οι κυβερνήσεις –όπως παρατηρεί ο αείμνηστος καθηγητής Jean Rivero– «προτιμούν να ανταμείβουν την υποταγή παρά την ανεξαρτησία των δικαστών». Και αυτό συνέβη μερικές φορές, ιδίως τα τελευταία 35 χρόνια στη χώρα μας. Αλλά οι δικαστές, όργανα ισότιμης προς τις δύο άλλες συνταγματικές λειτουργίες, δεν έχουν ανάγκη «ανταμοιβής» από αυτές.

Και, καθ’ όσον γνωρίζω, αυτή είναι η αντίληψη που συμμερίζεται και ακολουθεί η συντριπτική πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών. Δικαστές με αποκλίνουσα συμπεριφορά όχι μόνο «εξαίρετοι» δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται, αλλά ούτε καν άξιοι του τίτλου του «δικαστή».

Είναι όμως αλήθεια ότι και «οι θεσμοί πρέπει να υπηρετούν», να κατοχυρώνουν δηλαδή «όσο γίνεται πληρέστερα την ελευθερία της συνείδησης των δικαστών» (Rivero).

Εχει δε κατά τούτο δίκιο ο κ. Στρατήγης, ότι το ισχύον Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει όσο θα έπρεπε την προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών και ευνοεί έτσι εμμέσως αθέμιτες επεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης εκ μέρους των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Διονυσιος Γ. Κονδυλης - Επ. αρεοπαγίτης

«Σε... πεθαμένη μετάδοση»

Κύριε διευθυντά
Με την εφαρμογή αρχικώς της δημοτικής γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (11.9.1964), έστω και αν δεν υλοποιήθηκε πλήρως, και αργότερα (1.2.1977) της εντολής να χρησιμοποιείται σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες η δημοτική γλώσσα, άρχισε η αποδόμηση μιας από τις πλέον ιστορικές γλώσσες.

Ο νομοθέτης με τη «δημοτική γλώσσα» εννοούσε αυτή που μιλούσε «ο λαός» και όχι οι «λόγιοι» της εποχής. Αυτό στην πράξη δεν βρήκε ανταπόκριση και κατασκευάστηκε από τους αποκληθέντας «γλωσσοπλάστες» μια τεχνητή γλώσσα που βαρβαροποίησε αυτή που χρησιμοποιούσαμε. Oταν η τηλεόραση άρχισε να ψυχαγωγεί τους Eλληνες (15.2.1966) περιορίστηκε αρχικά στα δελτία ειδήσεων και αργότερα στη μετάδοση αθλητικών αγώνων, μουσικών εκδηλώσεων, θεατρικών παραστάσεων κ.ά. Οι εκφωνητές πριν από την αναγγελία της παρουσίασης της εκδήλωσης έλεγαν θα μεταδοθεί «σε απευθείας σύνδεση». Το επίρρημα «απ’ ευθείας» γραφόταν αρχικά σαν δύο λέξεις με τη χρήση της αποστρόφου στη θέση του φωνήεντος «όμικρον», το οποίο βρίσκεται στο τέλος της λέξης «από» και αργότερα σαν μία λέξη «απευθείας» με κατάργηση της αποστρόφου. Μετά μερικά χρόνια, η λέξη «απευθείας» θεωρήθηκε ότι ανήκει στο καθαρευουσιάνικο λεξιλόγιο. Στην προσπάθεια να ευρεθεί μία λέξη της δημοτικής που θα αντικαταστήσει τη σύνθετη λέξη «απευθείας», επελέγη το προϊόν της μετάφρασης της αγγλικής λέξης «live» και έτσι μας επεβλήθη να ακούμε το «η μετάδοση θα γίνει ζωντανά»!

Η λέξη «ζωντανά» στη γλώσσα του ελληνικού λαού είναι συνυφασμένη με τα ζώα που είναι τετράποδα και κυρίως αυτά (άλογο, γαϊδούρι, μουλάρι) που είχαν στις αυλές τους οι παππούδες μας. Θυμάμαι τον παππού μου να λέει στη γιαγιά μου: «Ελένη, τα τάισες τα ζωντανά;».

Ακόμη, η λέξη ζωντανά χρησιμοποιείται για άτομα που τα θεωρούμε μη έξυπνα που δεν καταλαβαίνουν εύκολα: «Το ζωντανό δεν καταλαβαίνει τίποτα».

Υπάρχει ακόμη και η λέξη ζωντόβολο, που χρησιμοποιούμε για τους μη έξυπνους, «είναι τελείως (ντιπ) ζωντόβολο (τελείως βλάκας)». Τελειώνοντας, προσθέτω ότι επειδή το αντίθετο του «ζωντανά» είναι το «πεθαμένα», θα πρέπει για τις εκπομπές που είναι μαγνητοφωνημένες και μεταδίδονται όχι την ώρα που γίνονται αλλά αργότερα, να λέει ο εκφωνητής: Η εκπομπή θα μεταδοθεί «πεθαμένα»!

Γιαννης Πλακονουρης
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ