Γιώργος Παγουλάτος* ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Ποιον λαϊκισμό προτιμάτε;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ταν ο Ντόναλντ Τραμπ ρωτήθηκε ποιον συμβουλεύεται και με ποιον μιλά περί εξωτερικής πολιτικής, απάντησε επί λέξει: «Μιλάω με τον εαυτό μου, νούμερο ένα, διότι έχω έναν πολύ καλό εγκέφαλο και έχω πει πολλά πράγματα».

Τι συντελείται στο μυαλό των ανθρώπων που εμπιστεύονται για ηγέτη έναν τσαρλατάνο δημαγωγό; Και πώς μπορούν οι μετριοπαθείς πολιτικοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας να ανακτήσουν τέτοιους ψηφοφόρους;

Η διεθνής των δημαγωγών εκμεταλλεύεται την αγωνία, τον φόβο, την ανασφάλεια των ανθρώπων που νιώθουν ότι χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Δεν είναι μόνο οι οικονομικές ανακατατάξεις, που το υπό κρίση κοινωνικό κράτος αδυνατεί να απορροφήσει. Είναι η αίσθηση απειλής που κομίζουν οι ραγδαίες αλλαγές στον κόσμο, στην τεχνολογία, στη δουλειά, στη γειτονιά των ανθρώπων. Τα λογικά επιχειρήματα και δεδομένα ωχριούν όταν ανταγωνίζονται σαρωτικές υπεραπλουστεύσεις και σωτηριολογικές παραμυθίες. Η δημοκρατία της αμεσότητας, του Διαδικτύου, της δραματοποίησης, είναι η φυσική αρένα για την πολιτική έκφραση του ακατέργαστου θυμικού, της συνωμοσιολογίας, των ακραίων λύσεων, του «κλεισίματος» στον στενότερο πυρήνα ταυτότητας.

Ο λαϊκισμός δεν είναι ακριβώς ταυτόσημος με τη δημαγωγία. Ο λαϊκισμός προσαρμόζει τον λόγο του στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, απλουστεύει και επενδύει στο συναίσθημα προκειμένου να περάσει το μήνυμα. Η δημαγωγία δεν σταματά εκεί: εφευρίσκει εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, αναρριπίζει πάθη, επενδύει στην πολιτική της οργής και στον λόγο του μίσους και τέλος χειραγωγεί τις μάζες στοιχίζοντάς τες πίσω από μεγάλα ψεύδη και ωμές διαστρεβλώσεις. Ο λαϊκισμός θα μπορούσε (υπό εξαιρετικές συνθήκες) να λειτουργήσει ως εργαλείο θετικής πολιτικής μεταβολής, η δημαγωγία ποτέ.

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο, ένας φίλος των Ποδέμος έθεσε ένα ενδιαφέρον ερώτημα: Με το να απορροφούν τα στρώματα των χαμένων, αριστεροί λαϊκιστές όπως ο Κόρμπιν, οι Ποδέμος, ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν τους συγκρατούν από το να στραφούν σε πιο ακραίους λαϊκιστές και δημαγωγούς;

Πράγματι, η ψήφος σε ένα υπερφίαλο, λαϊκιστικό αριστερό κόμμα αποτελεί μικρότερο κακό από την ψήφο σε κόμματα του μισαλλόδοξου, ακροδεξιού τόξου. Ομως υπάρχουν δύο αντεπιχειρήματα, που συνοψίζονται σε ένα: η λαϊκιστική Αριστερά παράγει τον πολιτικό λόγο που διευρύνει την απήχηση της αντισυστημικής Ακροδεξιάς.

Οταν ο Βαρουφάκης κατηγορούσε τους Ευρωπαίους εταίρους για ρατσισμό, μισαλλοδοξία και ανθρωπιστικό λουτρό αίματος, όταν αυτός και οι σύντροφοί του χαρακτήριζαν τη χώρα αποικία χρέους, παρομοίαζαν την τρόικα με ναζιστικό στρατό κατοχής, κατήγγελλαν τους Ευρωπαίους ως εκβιαστές που θέλουν να ταπεινώσουν τους Ελληνες, το δηλητήριο απλωνόταν στον δημόσιο λόγο, νεκρώνοντας την ψύχραιμη σκέψη. Η φασίζουσα (κατά Χρυσή Αυγή) δαιμονοποίηση των «διεφθαρμένων και προδοτών πολιτικών που παρέδωσαν τη χώρα στους τοκογλύφους», φαινόταν αίφνης πιο πειστική μετά τη ρητορική προεργασία του αριστερού λαϊκισμού. Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε αποδείχθηκε αδελφή ψυχή με την ψεκασμένη δεξιά εκδοχή των ΑΝΕΛ, όπως κατέδειξε και η ανέφελη συμβίωσή τους στην εξουσία. Από την «τρόικα των εκβιαστών» μέχρι την «τρόικα των τοκογλύφων», ένα βήμα δρόμος.

Το δεύτερο είναι η διαρκέστερη ζημιά που επιφέρουν οι λαϊκιστές στους θεσμούς του κράτους. Οι «αστικές» φιλελεύθερες δημοκρατίες τείνουν ιδεολογικά να αναδεικνύουν ελίτ, που είναι έμπειρες, καταρτισμένες, με αποτελεσματικότητα και επαγγελματισμό. Οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις αντλούν από δεξαμενές στελεχών χαμηλότερης επάρκειας, και με αυτά στελεχώνουν το Δημόσιο. Με μια λογική αναδιανομής της εξουσίας και των προνομίων της σε ομάδες που οποιαδήποτε αξιοκρατική λογική θα είχε αποκλείσει, προκειμένου να δείξουν εμφατικά ότι η κομματική στράτευση ανταμείβεται κι ο λαός ήρθε πραγματικά στην εξουσία (περίπτωση Καρανίκα). Οι λαϊκιστές δεν πιστεύουν στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου, με τα θεσμικά αντίβαρα, τις ανεξάρτητες αρχές, την ισχυρή δικαιοσύνη. Αντιλαμβάνονται το κράτος ως μακρύ χέρι κοινωνικού μετασχηματισμού και πολιτικής εδραίωσης στην εξουσία, και ως όπλο άμυνας απέναντι στην υπεροπλία του καπιταλισμού, του «συστήματος» και των ελίτ.

Αρα το κράτος μετά την εμπειρία επέλασης του λαϊκισμού στην εξουσία καταλήγει όχι μόνο οικονομικά καταρρέον, αλλά διοικητικά και θεσμικά διάτρητο. Στην επόμενη φάση, η συνολική ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα του κράτους, δηλαδή η αδυναμία του να προστατεύσει τους αδύναμους, θα ωθήσει τα ασθενέστερα στρώματα προς ακραίες και αυταρχικές πολιτικές επιλογές. Η αταξία και το μπάχαλο που αφήνουν πίσω τους κυβερνήσεις αριστερού λαϊκισμού παράγουν νοσταλγία για την τάξη και ασφάλεια που υπόσχονται τα κόμματα του ακροδεξιού τόξου. Ή διάθεση για την πλήρη ρήξη, που επαγγέλλεται η άκρα Αριστερά.

Η οδυνηρή διάψευση που παράγει ο κυβερνών λαϊκισμός προσφέρει πολύτιμη ευκαιρία στις δυνάμεις του μετριοπαθούς Κέντρου να διεκδικήσουν αυτόν τον κόσμο στο όνομα της επάρκειας, ίσως του συναισθήματος, πιθανόν της απλούστευσης, αλλά κυρίως της ειλικρίνειας. Δύσκολο, μετά τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης στην πολιτική, αλλά και απόλυτα αναγκαίο.

*Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ