Άγγελος Στάγκος ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΓΚΟΣ

Συνέδριο αλλαγής πορείας ή αδιεξόδου;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​ίναι γεγονός ότι το δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ είναι διαφορετικό από το προηγούμενο, το ιδρυτικό. Δεν υπάρχει πια η «Αριστερή Πλατφόρμα», που η δύναμή της έφτανε στο 35%-40% των συνέδρων πριν από τρία χρόνια και έδινε τον τόνο στα κομματικά κείμενα. Επιπλέον ο Αλ. Τσίπρας φρόντισε να ελέγξει σε μεγάλο βαθμό την εκλογή εκείνων που εκπροσωπούν τα μέλη και στελέχη του κόμματος στο συνέδριο. Γι’ αυτό και στην εναρκτήρια ομιλία τόνισε με πλήρη άνεση ότι «η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ δεν ήταν και δεν είναι ένα προοδευτικό σχέδιο».

Ενθαρρυντική ασφαλώς η διαβεβαίωση, έστω και αν η αλήθεια της αμφισβητείται, όσον αφορά το παρελθόν τουλάχιστον. Μπορεί ο πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ να ισχυρίζεται ότι η έξοδος της χώρας από την Ευρωζώνη «αποτελούσε επίμονη επιλογή μιας μειοψηφίας μέσα στο κόμμα μας, που λειτουργούσε ως κόμμα μέσα στο κόμμα», αλλά είναι πολλά πια τα στοιχεία που οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα.

Πρώτον, η δική του ομολογία ότι λειτουργούσε με «αυταπάτες». Δεύτερον, ότι ο Γ. Βαρουφάκης αποτελούσε δική του επιλογή και είχε τη γνωστή συμπεριφορά με τη δική του στήριξη. Τρίτον, ότι ο ίδιος και η κυβέρνησή του συνολικά οδηγούσαν τη χώρα στην έξοδο από την Ευρωζώνη με αυξανόμενη ταχύτητα, όπως μαρτυρούν γεγονότα και μαρτυρίες, με τελευταία το τηλεφώνημα Πούτιν στον Ολάντ. Τέταρτον, ότι η απόφαση του πρώτου συνεδρίου επέβαλε ουσιαστικά τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αλλωστε, η κατεύθυνση άλλαξε στο και πέντε, όταν η χώρα βγήκε εκτός προγράμματος και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναγκάστηκε να σταματήσει τις ενέσεις ρευστότητας προς τις τράπεζες.

Τέλος πάντων, αυτά ανήκουν στο παρελθόν, αν και έχουν αφήσει μεγάλο στίγμα αναξιοπιστίας στον Αλ. Τσίπρα και την κυβέρνησή του, κρίνοντας από τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις της δεύτερης θητείας του στην εξουσία. Αυτό ακριβώς το στίγμα δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον η στροφή προς την κεντροαριστερά, που διαφαίνεται δίχως να ομολογείται, είναι πραγματική. Το σίγουρο είναι ότι θέλει να ηγεμονεύσει στον χώρο. Υπάρχουν όντως οι δηλώσεις του περί βούλησης για παραμονή στην Ευρωζώνη, περί αναγκαιότητας δημιουργίας θέσεων εργασίας με ιδιωτικοποιήσεις και περί τήρησης του μνημονίου. Από την άλλη πλευρά είναι αισθητές και ορατές οι ολιγωρίες και υπονομεύσεις των υπουργών του στην εφαρμογή των όρων και την προώθηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων. Χωρίς να αναφερθούμε στις οπισθοδρομικές πολιτικές που ασκούνται στο εσωτερικό της χώρας και φθάνουν μέχρι σημείου εκδήλωσης τάσεων αυταρχισμού.

Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι η δήλωση με την οποία ο Αλ. Τσίπρας εξέφρασε την αποφασιστικότητά του στο συνέδριο να προχωρήσει και να κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση μόνο με την προϋπόθεση ότι «ταυτόχρονα θα κλείσουν και τα μέτρα για την απομείωση του χρέους και θα μπούμε στην ποσοτική χαλάρωση». Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο στόχος είναι σωστός και μακάρι να τον πετύχει. Ωστόσο, φρόντισε να τον διανθίσει με τόνους αντιπαράθεσης και απειλές που μπορεί να αποδειχθούν «μπούμερανγκ» για άλλη μια φορά, καθώς ο συσχετισμός των δυνάμεων παραμένει αρνητικός. Το ερώτημα λοιπόν που προκαλείται είναι: τι θα προκύψει και ποιος θα ζημιωθεί από τη δεύτερη αξιολόγηση; Μήπως επανερχόμαστε σε σενάρια εξόδου που ήδη κυκλοφορούν στην ασταθή Ευρώπη, ή απλά προετοιμάζεται έδαφος εκλογών στην Ελλάδα;

Πολύ πιθανόν κάποιες από τις απαντήσεις να προκύψουν από τον «δομικό ανασχηματισμό», όπως πολύ πρόσφατα είπε ότι βρίσκεται στα σκαριά η κυβερνητική εκπρόσωπος και εμμέσως επιβεβαίωσε στην ομιλία του ο πρωθυπουργός. Αγνωστο πότε θα πραγματοποιηθεί με δεδομένη τη δυσκολία να βρεθούν νέες εσωκομματικές ισορροπίες, αφού πολλοί από τους σημερινούς υπουργούς έχουν φροντίσει να δημιουργήσουν αλληλοεξαρτήσεις και κομματικά στηρίγματα. Αν όμως γίνει ο ανασχηματισμός, η στελέχωση της νέας κυβέρνησης ίσως δείξει την κατεύθυνση που έχει αποφασίσει να πάρει ο Αλ. Τσίπρας, μετά το συνέδριο του κόμματος. Ενα συνέδριο από το οποίο όλα δείχνουν ότι βγαίνει κυρίαρχος και με μία κοινοβουλευτική ομάδα που εμφανίζεται εντελώς υπάκουη.

Με λίγα λόγια, από τον ανασχηματισμό θα φανούν οι νέες εσωκομματικές ισορροπίες, αν ο πρωθυπουργός θα εμπλουτίσει την κυβέρνησή του με πρόσωπα εκτός ΣΥΡΙΖΑ, αν όντως επιδιώκει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή αν προτιμά «το σημειωτόν», αν απορρίπτει ή όχι κάθε αμφιβολία για την ανάγκη παραμονής της χώρας στην Ευρωζώνη και αν πραγματικά οδεύει προς την κεντροαριστερά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ