ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι ζητούν οι πιστωτές στη διαπραγμάτευση για τις εργασιακές σχέσεις

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αύξηση του επιτρεπόμενου ποσοστού των ομαδικών απολύσεων από 5% σε 10%, κατάργηση των τριετιών - προσαυξήσεων στον κατώτατο μισθό, επικράτηση των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών και αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο ζητούν, μεταξύ άλλων, οι εκπρόσωποι των δανειστών, όπως αποκαλύπτεται από την τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Το πλήρες αδιέξοδο στα εργασιακά, όπως καταγράφηκε κατά την πρώτη επίσκεψη των επικεφαλής των δανειστών στην Αθήνα, περιγράφεται με απόλυτη σαφήνεια στην έκθεση, καθώς οι αναλυτές του Γραφείου της Βουλής έχουν στα χέρια τους τις επίσημες θέσεις των θεσμών, όπως αυτές κατατέθηκαν στους εμπειρογνώμονες για τα εργασιακά. Πρόκειται για το υπόμνημα που οι δανειστές παρέδωσαν στους «σοφούς», προκειμένου αυτοί με τη σειρά τους να καταλήξουν στο πόρισμα που σήμερα αποτελεί τη βάση της διαπραγμάτευσης για τα εργασιακά. Οπως μάλιστα αναφέρει η έκθεση του Γραφείου της Βουλής, οι συγκεκριμένες θέσεις κατατέθηκαν και στο Eurogroup του Ιουνίου.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτές, οι δανειστές υποστηρίζουν την επέκταση των επιχειρησιακών συμβάσεων διότι βοηθούν τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν σε περιόδους οικονομικής δυσχέρειας. Επισημαίνουν ότι ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να παραμείνει στη δικαιοδοσία του κράτους και μάλιστα γυμνός από προσαυξήσεις λόγω εμπειρίας (ωριμάνσεις - τριετίες). Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, από το 2017 ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να αποτελείται από ένα μοναδικό ποσό αναφοράς, χωρίς να περιλαμβάνει τα επιδόματα ωρίμανσης.

«Σκληρή» γραμμή ακολουθούν οι δανειστές και αναφορικά με τις ομαδικές απολύσεις, καθώς φέρονται να θεωρούν απαραίτητη την κατάργηση των περιορισμών («η διοικητική προέγκριση ισχύει μόνο στην Ελλάδα» επισημαίνει το υπόμνημα) και την προσαύξηση του ορίου των απολύσεων από 5% σε 10%. Με αυτή την πρακτική, υποστηρίζουν, μειώνονται οι κίνδυνοι μαζικής ανεργίας, όπως συνέβη στις επιχειρήσεις Ηλεκτρονική, Softex και Sprider, όπου εκατοντάδες εργαζόμενοι έχασαν την εργασία τους. Για τη λειτουργία του ΟΜΕΔ, οι θεσμοί δεν ζητούν την κατάργηση της μονομερούς προσφυγής, ενώ για τον συνδικαλιστικό νόμο υποστηρίζουν ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί αλλαγές στη δομή και στην οργάνωση των συνδικάτων, στην εξασφάλιση της εκπροσώπησης όλων των εργαζομένων, καθώς και στην εφαρμογή της ανταπεργίας. Οι δανειστές θέτουν ως στόχο για τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση τη δημιουργία κινήτρων για προσλήψεις, τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους μέσω της καταπολέμησης της αδήλωτης απασχόλησης αλλά και την ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, έτσι ώστε να ενσωματωθούν οι άνεργοι στην αγορά εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, προτάσσουν το μοντέλο Δανίας, το οποίο εκτιμούν οι δανειστές ότι επιτρέπει την ευελιξία των μισθών με την ταυτόχρονη παροχή κοινωνικών επιδομάτων. Οι αναλυτές του Γραφείου εκφράζουν την ανησυχία τους για τη διόγκωση των χρεών των ιδιωτών προς όλους, όπως αναφέρουν, (τράπεζες, εφορία, ασφαλιστικά ταμεία ακόμα και προς τη ΔΕΗ). Σημειώνουν δε ότι το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα σύντομα θα πλησιάζει το μέγεθος του δημοσίου χρέους (περίπου 320 δισ. ευρώ).

Παράλληλα, δεν ενστερνίζονται την αισιοδοξία της κυβέρνησης στο θέμα της ανάπτυξης το 2017. Αν και η κυβέρνηση και η ΤτΕ αναμένουν σχεδόν αλματώδη ανάπτυξη το 2017 κατά 2,7% του ΑΕΠ, τα στοιχεία του Γραφείου «δεν επιτρέπουν τόση αισιοδοξία». Οι εκτιμήσεις μη δημόσιων φορέων διαφέρουν (κυμαίνονται από 0,5 έως 1,2%του ΑΕΠ) τονίζουν οι αναλυτές «και αν επιβεβαιωθούν οι απαισιόδοξες προβλέψεις, θα ανατραπούν και προσδοκίες που έχουν επενδυθεί στο πρόγραμμα προσαρμογής».

Βλέπουν «τρύπες» το 2017 και το 2018

«Τρύπα» έως και 360 εκατ. ευρώ (0,15%-0,2% του ΑΕΠ) για το 2017, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος, διαπιστώνουν οι θεσμοί, ενώ κενό της τάξης των 550 εκατ. ευρώ (0,3% του ΑΕΠ) «βλέπουν» και για το 2018. Στο πλαίσιο αυτό, καλούν την κυβέρνηση να λάβει μέτρα, τα οποία θα πρέπει να κινούνται στην κατεύθυνση των συστάσεων της Παγκόσμιας Τράπεζας, η οποία προτείνει την περικοπή φοροαπαλλαγών και κοινωνικών επιδομάτων. Το δημοσιονομικό κενό προκύπτει κατά τους δανειστές από την ανάγκη χρηματοδότησης του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ), τόσο για το 2017 όσο και για το 2018. Από την πλευρά του, το οικονομικό επιτελείο υποστηρίζει πως η όποια απόκλιση για το 2017 θα καλυφθεί από την υπεραπόδοση των εσόδων. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση θα συνεχιστεί εξ αποστάσεως, αλλά και με την επιστροφή των επικεφαλής των θεσμών στις 14 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι εκπρόσωποι των θεσμών αναμένεται να παραμείνουν στην Αθήνα για περίπου 10 ημέρες, ενώ στόχος της κυβέρνησης παραμένει να κλείσει όλα τα θέματα της 2ης αξιολόγησης έως τις 28 Νοεμβρίου (συνεδριάζει το Euroworking Group) ή το πολύ έως τις 4 Δεκεμβρίου (την επομένη συνεδριάζει το Eurogroup).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ