ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Κάρλος Αλμπέρτο, ο αιώνιος αρχηγός

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΓΚΡΗΣ

O Kάρλος Αλμπέρτο σήκωσε το τελευταίο τρόπαιο «Ζιλ Ριμέ» (εικονίζεται στο γράφημα) πριν αντικατασταθεί το 1974 από αυτό που ξέρουμε σήμερα (με το οποίο εικονίζεται στη φωτογραφία του 2014).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1970 δεν είχε καμία σχέση με το άθλημα που βλέπουμε σήμερα. Οι ποδοσφαιριστές δεν ήταν απαραίτητα άρτιοι αθλητές, δεν «κατάπιναν» χιλιόμετρα στο γκαζόν, δεν έπαιζαν 60, 70, ή 80 παιχνίδια σε ετήσια βάση και κυρίως οι θεατές δεν είχαν την ευκαιρία να παρακολουθούν το αγαπημένο τους άθλημα κάθε δεύτερη μέρα, όπως γίνεται στο 2016. Η τεχνική, όμως, ήταν το σημαντικότερο προαπαιτούμενο για την πλειονότητα των ποδοσφαιριστών, προκειμένου να μπορούν να προσφέρουν στις τότε ομάδες, εξαιρουμένων –πιθανώς– κάποιων αμυντικών.

Μοιραία, όπως και σε άλλες εκφάνσεις της κοινωνίας, γεγονότα που χάνονται στα βάθη παλαιότερων δεκαετιών, μυθοποιούνται καθώς πολύ λιγότεροι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν ιδίοις όμμασι τα επιτεύγματα των ποδοσφαιριστών. Η υποκειμενικότητα είναι εκείνη που ουσιαστικά καταγράφει μια ανάγνωση της Ιστορίας. Ο Κάρλος Αλμπέρτο Τόρες, γνωστός ως Κάρλος Αλμπέρτο, αποτέλεσε αρχηγό της ομάδας που μυθοποιήθηκε όσο καμία άλλη: της Βραζιλίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970. Εφυγε από την ζωή την περασμένη εβδομάδα και σύσσωμη η ποδοσφαιρική κοινωνία του απέδωσε τις τιμές που του άρμοζαν.

Ο Κάρλος Αλμπέρτο ήταν πραγματικά πολύ μπροστά από την εποχή του, ζώντας ένα ποδόσφαιρο άναρχο, αθώο, εν μέρει αφελές, θεαματικό, αγαπησιάρικο και παθιασμένο. Ηταν η «κοινή λογική», η τακτική πειθαρχία και η επόμενη μέρα αυτού που ζούσε. Σπάνια, ακόμα και στη σημερινή εποχή της ποδοσφαιρικής ολοκλήρωσης και της επιστήμης που έχει εισβάλει στο κατά τα άλλα «λαϊκό» άθλημα, γίνεται επίκληση μιας ποδοσφαιρικής αυθεντίας που οι αρμοδιότητές της δεν είναι επιθετικές.

Η θέση του Κάρλος Αλμπέρτο ήταν στην άμυνα. Πολλές ομάδες εκείνης της εποχής έπαιζαν ένα σύστημα που με τα σημερινά δεδομένα ακούγεται ουτοπικό. Το σύστημα τότε το πιο δημοφιλές ήταν το 4-2-4, δηλαδή 4 αμυντικοί, 2 μέσοι και 4 επιθετικοί, που το 2016 είναι αναμφίβολα μη εφαρμόσιμο.

Ο Βραζιλιάνος, όμως, ήταν εκείνος που κοιτούσε μπροστά. Ηταν ο παίκτης που δεν περιοριζόταν στο να κάνει μια δουλειά στο γήπεδο, πράγμα που χαρακτήριζε αρκετούς ποδοσφαιριστές εκείνης, αλλά και της προηγούμενης γενιάς. Με την εντυπωσιακή ποδοσφαιρική ευστροφία του, κατηύθυνε, καθοδηγούσε, μάρκαρε, σέντραρε, σούταρε και το κυριότερο έκανε συνεχή κίνηση χωρίς την μπάλα. Ηταν ένας παίκτης «Box to box» πριν καν εφευρεθεί ο όρος που χαρακτηρίζει τους ποδοσφαιριστές που έχουν παρουσία και στις δύο περιοχές του γηπέδου.

Στην πλούσια καριέρα του έζησε μεγάλες συγκινήσεις πέραν βεβαίως της ύψιστης ποδοσφαιρικής τιμής να σηκώσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο ως αρχηγός. Ιδίως όταν αυτό έγινε στο Μεξικό το 1970, δηλαδή στο Μουντιάλ που από πολλούς θεωρείται ως το κορυφαίο όλων των εποχών, δεδομένων των σπουδαίων ομάδων και των δεκάδων προσωπικοτήτων που απάρτιζαν τα ρόστερ όλων των χωρών. Στην ζωή του έζησε σε πολλές πόλεις, αφομοίωσε διαφορετικές κουλτούρες στην προσωπικότητά του, έβγαλε αρκετά χρήματα και αποτελούσε έναν ποδοσφαιρικό πρέσβη.

Σταματώντας το ποδόσφαιρο το 1982, προπόνησε παρά πολλές ομάδες στην καριέρα του και μέσω του αθλήματος που αγάπησε γύρισε όλο τον κόσμο. Από τη Νέα Υόρκη, την Κολομβία και το Μεξικό μέχρι τη Νιγηρία, το Ομάν και το Αζερμπαϊτζάν. Πέθανε στις 25 Οκτωβρίου από καρδιακή προσβολή. Τα τελευταία χρόνια εργαζόταν ως σχολιαστής αγώνων ποδοσφαίρου για τη βραζιλιάνικη τηλεόραση.

«Δεν τον είδα, τον άκουσα»

«Δεν τον είδα, τον άκουσα» είπε ο Πελέ περιγράφοντας ένα από τα ωραιότερα ποδοσφαιρικά γκολ που έχουν καταγραφεί στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Πολλοί το χαρακτήρισαν ως το γκολ που υπογραμμίζει την ποδοσφαιρική ολοκλήρωση της μεγαλύτερης Βραζιλίας όλων των εποχών.

Στο στάδιο Αζτέκα του Μεξικού, η Βραζιλία του Μάριο Ζάγκαλο παίζει με την πανίσχυρη Ιταλία που απαρτιζόταν μεταξύ άλλων από τους Τζιακίντο Φακέτι, Σάντρο Ματσόλα, Ρομπέρτο Μπονισένια, Τζίτζι Ρίβα και Τζιάνι Ριβέρα. Τι αντιπαρατάσσει όμως η αδιανόητη Βραζιλία πέραν του «αρχηγού» Κάρλος Αλμπέρτο; Πελέ, Ριβελίνο, Τοστάο, Ζαϊρζίνιο, Κλοντοάλντο και Γκέρσον. Στον δρόμο για τον τελικό, η «Σελεσάο» έχει αντιμετωπίσει Αγγλία, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία στους ομίλους και Περού και Ουρουγουάη στα νοκ άουτ παιχνίδια. Εξαιρουμένου του αγώνα με τους Αγγλους, έχει βάλει τουλάχιστον 3 γκολ σε κάθε της παιχνίδι, αποθεώνοντας τον όρο «επιθετικό ποδόσφαιρο».

Στον τελικό, παρουσία περισσότερων από 107 χιλιάδων θεατών που έχουν κατακλύσει το γήπεδο, η Βραζιλία κερδίζει στο 88ο λεπτό την Ιταλία με 3-1, χάρη σε γκολ των Πελέ, Γκέρσον και Ζαϊρζίνιο. Η Ιταλία έχει ισοφαρίσει προσωρινά με τον Μπονισένια. Δύο λεπτά πριν από το φινάλε, η Βραζιλία αλλάζει πάσες που σε αρκετούς μοιάζουν διαδικαστικές. Στην πραγματικότητα όμως «χτίζεται» μια επίθεση που θα μείνει στην Ιστορία. Η μπάλα περνάει από 9 (!) ποδοσφαιριστές πριν φτάσει στον Πελέ που βρίσκεται στο ημικύκλιο της μεγάλης περιοχής, περικυκλωμένος από 4 ποδοσφαιριστές. Ο Κάρλος Αλμπέρτο έχοντας ξεκινήσει την ταχύτατη κούρσα του σουτάρει ενώ βρίσκεται λίγο μέσα στην περιοχή, γράφει το 4-1 και «πνίγεται» στις αγκαλιές των συμπαικτών του. Οι δημοσιογράφοι ρωτούν τον Πελέ, πώς είδε τον Αλμπέρτο ενώ αυτός ήταν πίσω του: «δεν τον είδα, τον άκουσα» ήταν η απάντησή του.

«Ηταν αυτός που άκουγαν όλοι προσεκτικά»

Το 1970 μπορεί και να χαρακτηριστεί η χρονιά μιας εκ των μεγαλύτερων αλλαγών στην ιστορία του αθλήματος. Το ίδιο το ποδόσφαιρο αντιλήφθηκε τη δυναμική του εκείνη τη χρονιά, καθώς το Μουντιάλ του 1970 ήταν το πρώτο που καλύφθηκε τηλεοπτικά και σε αρκετές χώρες του κόσμου μέσω έγχρωμων τηλεοράσεων.

Η εικόνα του Κάρλος Αλμπέρτο να σηκώνει το κύπελλο «Ζιλ Ριμέ» είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές ποδοσφαιρικές φωτογραφίες όλων των εποχών. Μάλιστα, ο Κάρλος Αλμπέρτο ήταν ο τελευταίος αρχηγός που σήκωσε το τρόπαιο «Ζιλ Ριμέ», καθώς από το 1974 και έπειτα το τρόπαιο αντικαταστάθηκε και είναι αυτό που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα. Η αυθόρμητη κίνησή του να φιλήσει το κύπελλο πριν το σηκώσει στον αέρα του Μεξικού, μπορεί να χαρακτηριστεί και καινοτομία, καθώς σήμερα μοιάζει φυσιολογική κίνηση, αλλά τότε ουδείς το είχε ξανακάνει.

Παρά την απαράμιλλη κλάση του, σε ένα από τα περίεργα παιχνίδια που κάνει η Ιστορία, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970 ήταν το μόνο στο οποίο συμμετείχε ο Κάρλος Αλμπέρτο, σαν η Ιστορία να ήθελε να πει πως ο κόσμος πρέπει να τον μνημονεύει μόνο γι’ αυτό. Το 1966, ενώ ήταν στην προεπιλογή των 42 και συμμετείχε σε όλους τους προκριματικούς, τελικώς κόπηκε από την τελική 23άδα. Το 1974 ένας τραυματισμός δεν του επέτρεψε να αγωνιστεί. Ο Κάρλος Αλμπέρτο ήταν ο νεότερος αρχηγός που σήκωσε ποτέ το Παγκόσμιο Κύπελλο σε ηλικία μόλις 25 ετών. Περιγράφοντας αυτή την ομάδα, ο αιώνιος προπονητής της «Σελεσάο», Μάριο Ζάγκαλο, ο άνθρωπος που έχει προπονήσει από τον Πελέ μέχρι τον Ρονάλντο, είχε πει για τον Κάρλος Αλμπέρτο: «Μπορεί να ήμουν εγώ ο προπονητής, αλλά εκείνον ήταν που άκουγαν όλοι προσεκτικά. Ο προπονητής μέσα στο γήπεδο, ο άνθρωπος που όταν μιλούσε όλοι τον κοιτούσαν με σεβασμό και κανείς δεν του έφερνε αντίρρηση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ