Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Καλοπερνάνε και φαίνεται

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔIAΓΩNIΩΣ

Η ώρα κόντευε τρεις τα ξημερώματα. Τα βαριά βλέφαρα του θείου Αλέκου είχαν ήδη καλύψει το αστραφτερό γερακίσιο μάτι του. Κι όταν η κάτω σιαγών ακούμπησε το στέρνο του και οι ρώθωνες ήρχισαν να υποτονθορίζουν απαλά, σαν την φωνή της άδολης αριστερής ψυχής του, ο αρχηγός κοίταξε το ρολόι του και είπε: «Ρε παιδιά, θα ξημερώσουμε. Eναν ανασχηματισμό πήγα να κάνω και κοντεύει να με ξεκάνει». Τα σημαντικά είχαν ήδη κλείσει. Κι ενώ ετοιμάζονταν να φύγουν, ακούστηκε η στεντόρεια φωνή του αρχηγού του Τέρενς Σπένσερ και των λοιπών συμμαχικών δυνάμεων: «Σύντροφοι! Μη βιάζεστε! Από τις αποφάσεις τούτης της νύχτας κρέμεται το μέλλον της χώρας. Οι καιροί ου μενετοί». «Πού πάει και τα βρίσκει;» μονολόγησε στο αυτί του Καρανίκα ο αρχηγός. «Πες του αυτό με τον “Πάχτα σούμα σερβιτόρα” για να τον ταπώσεις». «Pacta sunt servanda», του χαμογέλασε ο αρχηγός σε άψογα αρχαία λατινικά. «Μίλα, σύντροφε».

«Εχω μια πρόταση για το Παιδείας», είπε ο Σύμμαχος. «Με ενδιαφέρει», τον έκοψε ο αρχηγός κοιτώντας για μία ακόμη φορά το ρολόι του. «Καλό παιδί, τι παιδί δηλαδή, κοτζάμ άντρας πια, πρώην καθηγητής δημοσιογραφίας σε μεγάλο ΙΕΚ, συγγραφέας βιβλίου για τον Γρηγόριο Παλαμά». «Του Εθνικού Υμνου;» ρώτησε ευλόγως ο Καρανίκας. Ο Σύμμαχος τον κοίταξε αυστηρά: «Τον Εθνικό Υμνο τον έγραψε ο Κωστής Παλαμάς. Αυτός είναι ο Γρηγόριος. Είναι και καλός πιανίστας. Απόφοιτος του Μοτσαρτκάτι». «Ρε συ, τον Ζουράρι εννοεί», άνοιξε τα μάτια του ο θείος Αλέκος, «Μεγάλη πλάκα. Τον ξέρω από μικρό. Ημασταν μαζί στο ΚΚΕ Εσ. Αχ, πόσα δεν θα ’δινα να ξαναγίνω νέος». «Είσαι νέος, θείε. Σημασία έχει πώς αισθάνεσαι», τον καθησύχασε ο αρχηγός και συνέχισε ρίχνοντας ακόμη μια ματιά στο ρολόι του: «Λοιπόν, Ζουράρις και κλείσαμε».

« Και θα βγάλουμε τον Πελεγρίνη;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, βραχνιασμένη από τον υψηλό πυρετό. «Ολγα κορίτσι μου, γιατί δεν πας να σε δει η Κονιόρδου να σου διώξει την κακή ενέργεια;» ακούστηκε ο σοφός θείος. «Και γιατί να μην τους κρατήσουμε και τους δύο, να τους βγάζουμε μαζί κάθε μέρα και να σταματήσουν να μας πρήζουν οι συνταξιούχοι;» είπε ο αρχηγός. «Ναι, αλλά αυτός είπε ότι η χώρα τελεί υπό κατοχή», σχολίασε η Ολγα. «Δηλαδή, σας είπε κυβέρνηση Τσολάκογλου. Χο χο», παρενέβη ο σερβιτόρος του Μαξίμου, ο οποίος μάζευε τα φλιτζάνια μπας και καταλάβουν ότι πέρασε η ώρα. «Λάμπρο, δεν καταλαβαίνεις», τον έκοψε ο αρχηγός. «Εμείς είμαστε αριστεροί και το χιουμοράκι αλλού».

Τότε χτύπησε το κινητό του αρχηγού. Είδε την κλήση και το πέρασε στον θείο Αλέκο. «Ναι, Φώτη μου. Οχι, δεν με ξύπνησες. Πώς να κοιμηθώ όταν η πατρίδα κινδυνεύει; Οχι, Φώτη μου, δεν ενοχλείς. Προς Θεού, Φώτη μου, εσύ ποτέ δεν ενοχλείς. Οχι, Φώτη μου, δεν έχω νέα. Μα και βέβαια μιλούσαμε για σένα, Φώτη μου. Είναι δυνατόν να σε ξεχάσουμε, ρε Φώτη; Ασε, θα σε πάρω όταν έχω νέα». Και γυρίζοντας προς τον αρχηγό: «Τι θα τον κάνουμε αυτόν;» «Τίποτε», απάντησε εκείνος.

Ηταν μια γλυκιά νύχτα στο Μέγαρο Μαξίμου. Και τίποτε στη συμπεριφορά αυτών των απλών ηρώων της σύγχρονης ζωής δεν έδειχνε ότι από τις αποφάσεις τους κρίνεται η τύχη του ελληνισμού, ενδεχομένως δε και της Ευρώπης. Αυτά όμως έχουν οι πραγματικά μεγάλοι ηγέτες. Διασκεδάζοντας αλλάζουν το πρόσωπο του κόσμου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ