ΘΕΑΤΡΟ

Ενας ιδιοφυής «χασάπης»

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από την παράσταση «Ριχάρδος Γ΄» σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά.

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ
Ριχάρδος Γ΄
Σκηνοθ.: Τάκης Τζαμαργιάς
Θέατρο: Σύγχρονο Θέατρο

Ξαναδουλεμένη από την πρώτη της παρουσίαση (Φεβρουάριος 2016), με κάποιες αλλαγές στη διανομή, πιο σφιχτή σε ρυθμούς, μικρότερη σε διάρκεια αλλά στο ίδιο ύφος και σκεπτικό, η σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά με την Καίτη Κωνσταντίνου στον θηριώδη ρόλο του σαιξπηρικού Ριχάρδου Γ΄ άνοιξε τη συνεργασία του Σύγχρονου Θεάτρου με το Επί Κολωνώ, κλείνοντας και το έτος Σαίξπηρ (400 χρόνια από τον θάνατό του).

Σε ένα νεογοτθικής άποψης σκηνικό (Ελένη Μανωλοπούλου) με ξεχαρβαλωμένες καρέκλες εξουσίας να δημιουργούν ένα «βουνό» που παραπέμπει σε δολοφονημένους βασιλιάδες, φυσικούς και μη διαδόχους που σκαρφάλωσαν και κατρακύλησαν την αιματοβαμμένη κλίμακα του θρόνου, το χρώμα που κυριαρχεί είναι μαύρο και η ατμόσφαιρα θολή από τους καπνούς που ασταμάτητα ξερνάει σε σκηνή και πλατεία το ειδικό μηχάνημα. Ενα τραπέζι πολλών χρήσεων και μια κρεμασμένη, αστραποβολούσα νεκροκεφαλή που περιστρεφόμενη βγάζει στριγκούς ήχους, συμπληρώνουν το σκηνικό. Το ηχητικό περίβλημα αναλαμβάνει η χέβι μέταλ μουσική του Κώστα Βόμβολου και μεγεθυσμένες ακουστικές προαναγγελίες όπως το χωλό βήμα του Ριχάρδου που αντηχεί στη σκηνή πριν από τη δική του εμφάνιση. Μια εμφάνιση, ωσάν από εικονογραφημένη έκδοση με σκοτεινές γκραβούρες, που κατά περίσταση αλλάζει μόνο... τα αξεσουάρ της. Προσεγμένος σχεδιασμός μακιγιάζ (Αχιλλέας Χαρίτος), κούρεμα, στάση, στρέβλωση, γλώσσα σώματος και χεριών (κίνηση Αλίκη Καζούλη), εύπλαστα δηλωτική «μάσκα», εύστοχες εκφράσεις προσώπου και χεριών σκιτσάρουν εξαιρετικά αυτό το άφυλο, σακάτικο, μοχθηρό πλάσμα τονίζοντας με μικροευρήματα αναίδειας (πλύσιμο δοντιών, δάγκωμα μήλου, διαγραφή θύματος από τη λίστα φόνων στον μαυροπίνακα) τον απερίγραπτο κυνισμό ενός τέρατος.

Αποκλειστική ευθύνη της ηθοποιού Καίτης Κωνσταντίνου, της ποιότητας και του ταλέντου της, πέρα από διδασκαλία και καθοδήγηση του σκηνοθέτη, ήταν να προβάλει παράλληλα την εσωτερική στρέβλωση του Ριχάρδου, πράγμα στο οποίο θριάμβευσε. Η άλλη πρόκληση κι ευθύνη της ήταν να αναδείξει τον Ριχάρδο Γ΄ ως θρίαμβο των αντιφάσεών του. Ανάμεσα στη απόλυτη, μέσα-έξω, ασχήμια και στη σαγήνη που ασκεί στα θύματά του. Μέσα στα οποία πρέπει να συγκαταλεγόμαστε κι εμείς!

Είναι το σημείο που μπορεί ο θεατής να έχει τις αντιρρήσεις του και ως προς την επίτευξη στόχων της αφοσιωμένης ηθοποιού και ως προς τις επεμβάσεις του σκηνοθέτη, ιδίως στην καπιτάλε σκηνή «αποπλάνησης» της βαρυπενθούσας λαίδης Αννας.

Εχουμε μια νέα, έξοχη ηθοποιό σε αυτόν τον πολυφορεμένο ρόλο, την Τζωρτζίνα Παλαιοθοδώρου, που μας αποκαλύπτει με ταλέντο, σκηνικό κάλλος, αυθεντικότητα αντιδράσεων και ταμπεραμέντου, σκηνική ευστροφία κι ευαισθησία, την ιερή οργή της στην αρχή όσο και τον κατευνασμό της στη συνέχεια, που όμως παρά τα όσα γίνονται μέσα σε όσα λέγονται (η εξαιτίας αυτών;), η υποταγή της στον φονιά των αγαπημένων της παραμένει αινιγματική και αδικαιολόγητη. Ισως ο συνοδευόμενος από σεξουαλικά δυσπερίγραπτη προσέγγιση λόγος του Ριχάρδου, ασαγήνευτος, ασυγκέντρωτος, άφυλος, μάλλον τρανσέξουαλ (ακόμη και μέσα στον αναγεννησιακό παν ερωτισμό), υποβιβάζεται σε ωραία ακολουθία λέξεων, δίχως τη δόνηση του πάθους που θα τις έκανε βέλη μέθης και αναστάτωσης για να μεταστρέψει μια βαρυπενθούσα γυναίκα σε ερωτικό υποχείριο. Θεωρώ σκηνοθετική αστοχία την πολυπραγμοσύνη της σκηνής που στέρησε, ίσως, από τον Ριχάρδο της Κωνσταντίνου το εφαλτήριο για την κατάκτηση της ακαταμάχητης, εωσφορικής του γοητείας.

Το εγχείρημα δεν παύει να είναι τολμηρό, ενδιαφέρον και γόνιμο όταν μάλιστα προσθέσει κανείς την ευφυή και ποιητική διασκευή του Σάββα Κυριακίδη πάνω στη μετάφραση του Καρθαίου, την πολύ καλή ερμηνεία πολλαπλών ρόλων από τους άνδρες ηθοποιούς και την ερμηνευτική κλάση της Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη να σημαδεύει το σώμα της παράστασης. Παράστασης που, παρά τη γρηγοράδα και συχνά ασαφή εκφορά λέξεων, πρόβαλε τον σαιξπηρικό λόγο και τη σημερινότητά του σε όλη του τη δύναμη, τον λόγο ως μέσον εξωφρενικού ψεύδους, τερατώδους διαστρέβλωσης της αλήθειας, οργανωμένης πανουργίας, κακοήθους κολακείας, σαρδόνιας κακεντρέχειας, μετωπικού σαρκασμού, τελικά σύμφωνα με τον κριτικό θεάτρου Κ.Χ. Ρούπελ (1900-1980) «...τον λόγο, ως το μοναδικής αποτελεσματικότητας μέσον για κάθε πολιτικό έγκλημα που γίνεται με σκέψη και διάνοια...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ