Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Πρώτα μεταρρυθμίσεις, έπειτα το χρέος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στην αποχαιρετιστήρια δεξίωση για τον 34ο Μαραθώνιο είχε προσκληθεί και ο Joker του Batman (αριστερά), προφανώς για να σκορπίζει αισιοδοξία με το χαμόγελό του...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Το μήνυμα της επίσημης επίσκεψης του Μπαράκ Ομπάμα, που ξεκινά σήμερα με την άφιξή του κατά το μεσημέρι, θα το γνωρίζουμε το βράδυ της Τετάρτης, όταν θα έχει φύγει και εμείς θα μπορούμε πια να σταθμίσουμε όσα θα έχουν συμβεί και ειπωθεί. Είναι απίθανο, όμως, το μήνυμα της επίσκεψης να διαφέρει σημαντικά από εκείνο που μας στέλνει μέσω της συνέντευξής του στον Αλ. Παπαχελά, που δημοσιεύθηκε την Κυριακή.

Η κυβέρνηση ελπίζει ότι ο πρόεδρος Ομπάμα θα ρίξει το βάρος στο ζήτημα της μείωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο οι κυβερνητικοί αντιλαμβάνονται, κατά κάποιο τρόπο, ως διέξοδο από τη διεθνή πίεση για να προχωρήσουν με τις μεταρρυθμίσεις. Πρόκειται όμως για μία ακόμη κυβερνητική αυταπάτη· διότι, αν διαβάσουμε προσεκτικά τη συνέντευξη του προέδρου Ομπάμα, άλλα συμπεράσματα βγαίνουν. Ειδικά στην απάντηση που δίνει ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ στην ερώτηση του διευθυντή της «Κ» για την οικονομία, διαπιστώνουμε ότι ξεκινά με τη θέση ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στην Ευρωζώνη· συνεχίζει, εξαίροντας την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων και συγχαίροντας την κυβέρνηση και τον ελληνικό λαό για «τα δύσκολα και επώδυνα βήματα που έχουν κάνει»· τέλος, θέτει το ζήτημα της μείωσης του ελληνικού χρέους, ως προϋπόθεσης για τη βιωσιμότητα των μεταρρυθμίσεων. Για να συνοψίσω, πρώτα μεταρρυθμίσεις και έπειτα μείωση του χρέους. Αυτό μας λέει ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ και δεν βλέπω σε τι διαφέρει από τη θέση της Γερμανίας (δηλαδή, της Ευρώπης) ή του ΔΝΤ επάνω στο θέμα.

Δεν βλέπω, ειλικρινά το λέω, σε τι διαφέρει από την αρχική θέση όλων των εμπλεκομένων μερών στην υπόθεση της διάσωσης της χρεοκοπημένης Ελλάδας. Ηταν φανερό από την αρχή ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο· όλοι το καταλάβαιναν, έστω και αν δεν τολμούσαν να το πουν δημοσίως. Και δεν τολμούσαν, επειδή στην παγκόσμια οικονομική πραγματικότητα τα χρέη των κρατών δεν διαγράφονται ποτέ – ρυθμίζονται με ελαφρύνσεις, τακτοποιούνται κάπως με διευκολύνσεις, όμως δεν διαγράφονται. Σταδιακά, εντούτοις, όσο ο κόσμος κατανοούσε τα δομικά προβλήματα της νομισματικής ένωσης και την ιδιαιτερότητα της ελληνικής περίπτωσης, το ζήτημα της αντιμετώπισης του ελληνικού χρέους άρχισε να τίθεται, αρχικά off the record σε ιδιωτικές συζητήσεις, ωστόσο πάντα συνδεδεμένο με την πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Ηταν λογικό να φθάσουμε κάποτε στο σημείο αυτό, διότι, ανεξαρτήτως της ηθικής ευθύνης των Ελλήνων, που δανειζόμασταν για να χρηματοδοτούμε ανελαστικές δαπάνες και να ξοδεύουμε σε κατανάλωση (την οποία ονομάσαμε μάλιστα «ποιότητα ζωής»...), το ζήτημα του χρέους ήταν εν μέρει και ευρωπαϊκό. Λογικό ήταν, επίσης, να συνδεθούν τα δύο ζητήματα, μεταρρυθμίσεις και χρέος, διότι, πολύ απλά, δεν έχει νόημα να ρίχνεις καύσιμο σε μια χαλασμένη μηχανή, αν πρώτα δεν τη διορθώσεις. Με τους ρυθμούς που ξοδεύαμε και εξακολουθούμε να ξοδεύουμε (π.χ. εκείνα τα 400 εκατ. που πρέπει να κόψουμε από τις αμυντικές δαπάνες και δεν μπορούμε), ακόμη και αν το διέγραφαν ολόκληρο με μια μολυβιά, εμείς πάλι θα το δημιουργούσαμε. Επομένως, οι μεταρρυθμίσεις προβάλλουν ως προϋπόθεση για την ελάφρυνση του χρέους.

Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε, λοιπόν· και αυτό περιμένω ότι θα είναι το μήνυμα της επίσημης επίσκεψης του προέδρου Ομπάμα στην Αθήνα. Είναι γνωστό ότι ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την Αθήνα ως βήμα για την υστεροφημία του· αυτό σημαίνει ότι θα χρησιμοποιήσει την Αθήνα για να απευθυνθεί στην Ευρώπη. Το δε γεγονός ότι οι προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ δεν εξασφάλισαν τη συνέχεια της πολιτικής Ομπάμα, εξασθενίζει μεν τη δύναμη της παρέμβασής του, αλλά την ενισχύει κιόλας ιδίως έναντι των Ευρωπαίων και των φόβων τους για όσα διακυβεύονται με την εκλογή του Τραμπ. Θέλω να πω με αυτό, ότι μπορεί αντικειμενικά η δύναμη των λόγων του Ομπάμα να μην είναι εκείνη που θα είχαν αν η Χίλαρι είχε κερδίσει τις εκλογές, όμως, συναισθηματικά και ψυχολογικά, οι Ευρωπαίοι (και εννοώ τις ευρωπαϊκές ελίτ, βεβαίως...) είναι τώρα περισσότερο έτοιμοι να ακούσουν την παρέμβαση του απερχομένου παρά εάν δεν είχε εκλεγεί ο Τραμπ. Είναι κοινό και ανθρώπινο να εκτιμάς καλύτερα αυτό που είχες και φεύγει, ιδίως όταν αυτό που έρχεται σε τρομάζει.

Γκόου μπακ!

Αυτό δεν φώναζε ο Αλέξης Τσίπρας στη «μίσες Μέρκελ»; Εκτοτε πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι, και εδώ και διεθνώς. Η κουρασμένη, έπειτα από έντεκα χρόνια στην εξουσία, Αγκελα Μέρκελ αναδεικνύεται η ηγετική μορφή της Ευρώπης, χάρη στην έξοχη δήλωση με την οποία υποδέχθηκε τη νίκη του Τραμπ και η οποία θέτει στο πεδίο των κοινών αξιών της δημοκρατίας, της ελευθερίας, του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων τη συνεργασία της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη «Κ», ο Τίμοθι Γκάρτον-Ας καταλήγει ως εξής: «Ο χαρακτηρισμός “ηγέτης του ελεύθερου κόσμου” αποδίδεται συνήθως –αν και συχνά ειρωνικά– στον πρόεδρο των ΗΠΑ. Τείνω να πιστέψω ότι ηγέτις του ελεύθερου κόσμου είναι πλέον η Αγκελα Μέρκελ». Το ίδιο γράφουν και οι New York Times στην κυριακάτικη έκδοσή τους. «Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ αφήνει την Αγκελα Μέρκελ ως την τελευταία υπερασπίστρια της φιλελεύθερης Δύσης», είναι ο τίτλος του σχετικού δημοσιεύματος. Σωστά, όμως, έχω την εντύπωση ότι το καταλάβαμε λίγο αργά και, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν θέλει η Μέρκελ τον ρόλο που η ζωή της προσφέρει, είναι αμφίβολο αν το θέλει η Γερμανία...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ