Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Εμεινε με την απορία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενα από τα ωραία της ζωής είναι ότι σε αναγκάζει κάποιες φορές να εκστομίσεις πράγματα που ούτε φανταζόσουν ποτέ τον εαυτό σου να λέει. Να, όπως εγώ σήμερα, όταν είδα την «οπισθοδρομική κομπανία» της φωτογραφίας και έπιασα τον εαυτό μου να αναφωνεί: «ω, ρε μάγκα μου!» (και να χτυπάω την παλάμη στον μηρό, εννοείται...). Ας σημειωθεί ότι η φωτογραφία είναι από την προσέλευση του κυρίου Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων στις αρχαιρεσίες του ΤΕΕ, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ καταποντίσθηκε...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Με πιάνουν κάτι περίεργες καλοσύνες τελευταία και αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να το κοιτάξω. Εν πάση περιπτώσει, διαβάζοντας τη συνέντευξη του τέως υπουργού Πολιτισμού στον Δ. Δουλγερίδη («Τα Νέα»), πρώτη φορά συμπάθησα... πώς το λένε; συμπόνεσα –είναι καλύτερο– τον Αριστείδη Μπαλτά. Εμεινε, λέει, με την απορία γιατί τον αντικατέστησε ο πρωθυπουργός. Αυτός απορεί και εγώ καταλαβαίνω ότι κακώς τον ενόμιζα λύκο, διότι ο Μπαλτάς ήταν τελικά Κοκκινοσκουφίτσα.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη, ξεδιπλώνεται μια σύνοψη της υπουργίας του, η οποία δίνει αδρά την απάντηση στην απορία του τέως υπουργού. Ο Αρ. Μπαλτάς δεν ακούμπησε τίποτε και το μόνο που ακούμπησε το κατέστρεψε (το Φεστιβάλ)· έκανε κακές διοικητικές επιλογές· όλο τον παγίδευαν και όλο δεν ήξερε· τα διαδικαστικά τον παρέλυαν· τέλος, περιφρονούσε τις κυβερνητικές και κομματικές ίντριγκες – τη συνάφεια με τον κόσμο της πολιτικής, δηλαδή. Ηταν ένας φιλόσοφος-βασιλεύς σε ρόλο υπουργού. Προφανώς έντιμος και ανιδιοτελής, αλλά «από τηγανίτα τίποτε».

Η αδυναμία να καταλάβει δεν οφείλεται σε αφέλεια –άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίον τσακίζει τον Β. Θεοδωρόπουλο για τη φιλοχρηματία του δείχνει ότι ο Αρ. Μπαλτάς παραμένει ένας «κακός» που ξέρει να δαγκώνει. Είναι η φιλία του με τον Τσίπρα εκείνο που τον εμποδίζει να καταλάβει τους λόγους της αντικατάστασής του, αλλά φυσικά αυτό δεν μπορεί να το πει, ειδικά όσο ο ανασχηματισμός είναι φρέσκος. (Λέγεται ότι ο Μπαλτάς έχει στηρίξει τον Τσίπρα σε πολύ δύσκολες ώρες...). Το ότι δεν μπορεί να χωνέψει ακόμη ότι στην πολιτική οι φίλοι είναι για να χρησιμοποιούνται και μετά να πετάγονται μαζί με τα άλλα άχρηστα, τον διαφοροποιεί. Μπορεί να είναι ο ναρκισσισμός των διανοουμένων γενικώς και όχι μόνον της Αριστεράς, (π.χ., «μα εγώ τον είχα να κρέμεται από το στόμα μου! Πώς με σουτάρει στη ψύχρα;»). Μπορεί να είναι κοινή, ανθρώπινη εντιμότητα. Αν είναι το δεύτερο, σε όποιο βαθμό και αν είναι, υπάρχει μια ειρωνεία για τον Αριστείδη Μπαλτά: ότι, ως προς το συγκεκριμένο τουλάχιστον, ήταν λίγο καλύτερος από την μπαγκατέλα τριγύρω του, την οποία και εξιδανίκευσε. Και αυτό, αλίμονο, είναι μια μορφή αριστείας, δηλαδή η «ρετσινιά» που τον κατατρέχει από παιδί.

Ενας άθλος

Με την ευκαιρία της συζήτησης για τον τέως υπουργό Πολιτισμού, αναρωτιέμαι αν θα βρεθεί ποτέ ένας υπουργός Πολιτισμού να καταπιαστεί (αρχικά αυτό αρκεί, μετά βλέπουμε) με το ακανθώδες τρίγωνο εισιτήρια-πωλητήρια-συνδικαλισμός. Θα είναι ένας ηράκλειος άθλος για όποιον το τολμήσει. Θα ενισχύσει επίσης και τα έσοδα του υπουργείου! (Το λέω για κάτι μίζερους, όπως εγώ, που σκέπτονται τον πολιτισμό και με οικονομικούς όρους...).

Αναγνώριση

Τώρα που πέρασαν μερικές εβδομάδες μπορώ να το γράψω. Ενας άγνωστος Ελληνας ευεργέτης βραβεύθηκε προσφάτως από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος. Η απονομή έγινε διακριτικά, στην κατοικία του βραβευθέντος, λόγω των κινητικών προβλημάτων του. Δεν είναι σωστό να πω αυτά που έχω ακούσει από τρίτους, για τις ποικίλες πολιτιστικές δράσεις και τα έργα που χρηματοδοτεί τόσα χρόνια αυτός ο άνθρωπος – και πάντα ανωνύμως. Αν το έκανα, θα ήταν έλλειψη σεβασμού, αλλά και αναίρεση του επιχειρήματός μου. Σημασία έχει, πάντως, ότι οι ιθύνοντες πληροφορήθηκαν αυτά που έπρεπε και η προσφορά αναγνωρίσθηκε από την πολιτεία.

Ας μείνουμε στο ρήμα παραπάνω, «αναγνωρίσθηκε». Μου δίνει την ευκαιρία να μεταφέρω ένα απόσπασμα, σχετικό με την αξία της αναγνώρισης, από το βιβλίο εκείνο που μου άρεσε περισσότερο από όσα διάβασα φέτος, το «Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες» του Γ. Β. Δερτιλή: «Οι ανοιχτές, ισορροπημένες, ώριμες κοινωνίες προσφέρουν γενναιόδωρα την αναγνώριση στα μέλη τους που ξεχωρίζουν, σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν τα μέλη αυτά λειτουργούν, οσοδήποτε “δευτερεύουσα” και αν είναι η λειτουργία τους και τα καθήκοντά τους. Αλλες, κλειστές και ανώριμες, αδιαφορούν για την αναγνώριση των μελών της που ξεχωρίζουν· ίσως επειδή υποκύπτουν στη μοχθηρία εκείνων που παίρνουν από την κοινωνία πολλά, προσφέροντάς της ελάχιστα. Ενα πνεύμα δημόσιας αναγνώρισης είναι άλλωστε σπουδαίο συνεκτικό στοιχείο για μια δημοκρατική πολιτεία». Ποιο από τα δύο είδη κοινωνίας είναι το δικό μας, το αφήνω στην κρίση σας...

Κωστής Στεφανόπουλος

«Μεγαλώνοντας γινόταν καλύτερος». Τη φράση την άκουσα από μεγαλύτερο φίλο πριν από χρόνια και, τώρα, που έχω και εγώ μεγαλώσει, τώρα που έχω δει πως οι περισσότεροί μας χειροτερεύουμε με τον καιρό (στενεύει ο χρόνος, πλησιάζει η ώρα του απολογισμού, φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε την αποτυχία) καταλαβαίνω πόσο ξεχωριστό και σημαντικό είναι να καλυτερεύεις ως άνθρωπος με τον χρόνο· και ίσως αυτό να είναι το σπουδαιότερο εν τέλει σε μια ζωή. Ο Κωστής Στεφανόπουλος μεγαλώνοντας γινόταν πράγματι καλύτερος άνθρωπος και αυτό φαινόταν στην αντίληψη του καθήκοντος και της ευθύνης που επεδείκνυε και πραγμάτωνε σε κάθε δημόσιο αξίωμα που υπηρετούσε. Αν στα είκοσί μου, μου έλεγαν ότι θα γράψω κάποτε τη φράση «ο Κωστής Στεφανόπουλος, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με έκανε να νιώθω περήφανος ως Ελληνας» θα γελούσα. Σήμερα, που είμαι 57, αυτή είναι η προσωπική μου αλήθεια και είναι ο μόνος τρόπος που έχω για να ευχαριστήσω και να αποχαιρετίσω τον Κωστή Στεφανόπουλο, έναν αληθινό Κύριο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ