Κώστας Λεονταρίδης ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΗΣ

Θα κοπούν οι τσαμπουκάδες;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τσαμπουκάς. Τουρκικής προέλευσης λέξη, όπως τόσες άλλες, ραγιάδικη, κληρονομιά της σκλαβιάς. Ευρείας χρήσης, εκστομίζεται αβίαστα με έντονα περιγραφικό ρεπερτόριο, μαρτυρώντας κυρίως τον καβγά που ενδέχεται να εκτραχυνθεί με διάκονο τον νταή, ον απρόβλεπτο, δυνάμει επικίνδυνο. Οι τσαμπουκάδες, εκπρόσωποι κάθε κοινωνικής τάξης, κι άλλοι καμουφλαρισμένοι σε πειστικό καθωσπρεπισμό και μειλιχιότητα, αποτελούν, εκφυλισμένη σε δυναμική, μετεμψύχωση των φοβερών και τρομερών –από απόσταση χρόνου γραφικών– κουτσαβάκηδων· αυτών που από τα μέσα του 19ου αιώνα και επί σειρά δεκαετιών έδιναν βίαιη ατραξιόν στους δρόμους της Αθήνας. Με βάδισμα δικής τους κοπής, κουβαλώντας οκάδες μαγκιάς στο κρανίο, πουλούσαν όσο όσο παλικαροσύνη και δείχνοντας ακονισμένο μαχαίρι έπαιρναν διόδια από όποιον ήθελε να συνεχίσει αλώβητος τον δρόμο του.

Νόμος άγραφος, διεθνής: αργά ή γρήγορα όλοι βρίσκουν τον μάστορά τους. Το όνομά του ήταν Μπαϊρακτάρης, Δημήτρης Μπαϊρακτάρης, και μόνο η θέα του πάγωνε το αίμα. Διορίστηκε από τον διανοούμενο Χαρίλαο Τρικούπη διευθυντής της αστυνομίας, με σαφή εκσυγχρονιστική εντολή: να τους σκίσει. Ο Μπαϊρακτάρης (στα τουρκικά σημαίνει και σημαιοφόρος) το πήρε τοις μετρητοίς και με μια δράκα ψαλιδοχέρηδες αστυφύλακες, που δεν φοβούνταν ούτε τον Χάρο, τους έκοβαν για αρχή το ένα μανίκι και κατόπιν το μισό μουστάκι. Μισή διαπόμπευση. «Θέλετε και συνέχεια;», ρωτούσαν με σεβασμό βεβαίως στα ανθρώπινα δικαιώματα. «Πάσο, πάσο», λούφαζαν οι κουτσαβάκηδες. Και οι πορτοφολάδες είδαν το φως το αληθινόν, 1896, στην πρωτανάσταση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Μπαϊρακτάρης: «Αλάνια, για εθνικούς λόγους, είναι θέμα τιμής, σας παρακαλώ πολύ κομμένες οι αρπαχτές αυτές τις μέρες και θέλω τα μάτια σας δεκατέσσερα για εισαγόμενους συναδέλφους σας». Πορτοφολάδες: «Αρχηγέ, στηρίξου πάνω μας, να μας κοπούν τα χέρια». Το πείραμα πέτυχε, ο Μπαϊρακτάρης, που αναδείχθηκε και κάτι σαν Σέρλοκ Χολμς του Νότου, ψάρεψε από τον βούρκο φιλότιμο, οι γηγενείς ελαφροχέρηδες τίμησαν τον λόγο τους θυσιάζοντας το μεροκάματο. Εξ αντανακλάσεως και μόνον. Στο εκλεκτό φαγάδικο του Μπαϊρακτάρη είχε κηρυχθεί προ ετών ο ανένδοτος του Κώστα Καραμανλή κατά των νταβατζήδων (κι αυτή η λέξη έχει τουρκική ρίζα).

Χτυπήθηκε αγρίως, με επίκληση και της αισθητικής, ο κ.Τσίπρας για το «μάγκικο» στυλ που υιοθέτησε υποδεχόμενος τον πρόεδρο Ομπάμα. Ωστόσο τα του Καίσαρος τω Καίσαρι: ο διάχυτος φραστικός νεο-κουτσαβακισμός και οι τσαμπουκάδες στο πεντάγραμμο της δημόσιας αντιπαράθεσης, η ευτέλεια, το υπερφίαλο, βρίσκουν οπαδούς σε πολλές πολιτικές αυλές. Το να υποκλίνεσαι φωναχτά στον αξιακό, παραδειγματικό, κώδικα ενός σπουδαίου εκλιπόντος, που είχε το κύρος να ζητεί αληθή συγγνώμη, είναι το εύκολο. Το πολύ δύσκολο είναι να πείσεις, βαδίζοντας σε λυκοποριές, ότι τον τηρείς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ