Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Στέλνει ένα μήνυμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Ε​​χει περάσει καιρός, αλλά θυμάμαι καλά το πρωί που έτυχε να ακούσω στο ραδιόφωνο μια συνέντευξη του καθηγητή Μπαμπινιώτη, με αφορμή την έκδοση ενός ακόμη λεξικού του. Με τον σκοπό να δείξει πόσο χρήσιμο είναι να μελετούμε τη γλώσσα και όχι απλώς να την αναπαράγουμε απερίσκεπτα, ο καλός καθηγητής ανέπτυξε με την αξεπέραστη ευγλωττία του το παράδειγμα της λεγόμενης ξύλινης γλώσσας των πολιτικών και πώς αυτή χρησιμοποιείται δολίως για να κρύβει την πραγματικότητα.

Πόσο δίκιο είχε, σκέφθηκα. Διότι θυμάμαι, επίσης, πως ο ίδιος (είχε πολιτικές φιλοδοξίες τότε) υπονόμευσε ουσιαστικά τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της Μ. Γιαννάκου με τη ξαφνική μεταστροφή του υπέρ του «διαλόγου από μηδενική βάση» με τους αντιδρώντες τότε στη μεταρρύθμιση. Ρωτούσαν έπειτα οι δημοσιογράφοι, αν η θέση του σήμαινε ότι αποσύρει τη στήριξή του από τη μεταρρύθμιση της Γιαννάκου. Οχι, απαντούσε, σημαίνει μόνο διάλογο από μηδενική βάση. Γι’ αυτό θαύμασα, μία ακόμη φορά, τον καλό καθηγητή, επειδή η γνώση που γενναιόδωρα μεταδίδει είναι ζυμωμένη και με την προσωπική εμπειρία.

Ομως η ζημιά για την οποία κρούει τον παροιμιώδη κώδωνα ο πρώην υπουργός είναι πολύ βαθύτερη: σε πολλές περιπτώσεις η γλώσσα του πολιτικοδημοσιογραφικού κόσμου έχει τελείως αποκοπεί από την πραγματικότητα στην οποία αναφέρεται. Να φέρω το παράδειγμα δημοσιογράφου τον οποίο παρακολουθώ καταλεπτώς και με πολύ ενδιαφέρον, για τη φυσική χάρη με την οποία χειρίζεται την άχαρη ξύλινη γλώσσα. Το θέμα της συζήτησης στο δελτίο ήταν οι γνωστές απειλητικές δηλώσεις του Ερντογάν προς την Ευρώπη, μετά τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπέρ της διακοπής των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. «Με τις δηλώσεις αυτές, ο Ερντογάν στέλνει το μήνυμα στην Ευρώπη ότι...», ξεκίνησε να λέει. Στέλνει το μήνυμα; Αν ο Ερντογάν είχε πει κάτι σκοπίμως ασαφές, π.χ. ότι η Ευρώπη έχει και αυτή να χάσει από τη διακοπή των συνομιλιών, τότε ο καθένας θα μπορούσε να μιλήσει για μήνυμα που στέλνει ο Ερντογάν. Εκείνος, όμως, είχε πει το εξής: «Ακούστε καλά. Εάν προχωρήσετε περαιτέρω, αυτά τα σύνορα θα ανοίξουν. Βάλτε το καλά στο μυαλό σας». Δεν μας έστειλε κανένα μήνυμα ο άνθρωπος, ώστε να χρειάζεται να το αποκρυπτογραφήσει κάποιος που καμαρώνει για ειδικός· μάλλον μας έτριψε στη μούρη αυτό που είχε να μας πει και μετά μας έριξε και ένα (φιλικό) μπατσάκι για να συνέλθουμε από το ξάφνιασμα.

Εξίσου χαριτωμένο μες στην απύθμενη ηλιθιότητά του είναι και το παράδειγμα των «επιτηδείων». Η αστυνομία έπιασε πρόσφατα κάτι απατεώνες, οι οποίοι τηλεφωνούσαν σαν αστυνομικοί σε ένα σπίτι, έλεγαν στον ένοικο ότι μια συμμορία διαρρηκτών έχει δήθεν βάλει στόχο να το χτυπήσει και του ζητούσαν να μαζέψει χρήματα και τιμαλφή και να τα παραδώσει σε «ένα παιδί από το τμήμα» που θα περάσει να τα πάρει για να τα φυλάξουν στο αστυνομικό τμήμα. Η είδηση ξεκινούσε ως εξής: «Επιτήδειοι εξαπατούσαν...» κ.λπ. Μπορείς ποτέ να χαρακτηρίσεις επιτήδειους τους καθυστερημένους που είχαν σκαρφιστεί μια τόσο ηλίθια κομπίνα; Μόνο αν είσαι δημοσιογράφος...

Η γλώσσα της πολιτικής και της δημοσιογραφίας έχει χάσει τη σύνδεσή της με την πραγματικότητα και αυτή η απώλεια σχηματίζει το υπόβαθρο, εξαιτίας του οποίου το ψέμα κάνει τόσο καλά τη δουλειά του στην πολιτική όσο περισσότερο απίθανο, χυδαίο ή κατάφωρο είναι. Και το χειρότερο είναι ότι, τώρα πια, δεν μπορεί να γίνει τίποτε για να διορθωθεί η ζημιά, τουλάχιστον με την έννοια των άμεσων αποτελεσμάτων. (Πολύ απλά, επειδή θα ήταν αδύνατον να ξαναπάμε όλοι στο σχολείο από την αρχή...). Για να μπορεί η σημερινή κυβέρνηση να ψεύδεται διαρκώς και με τόση άνεση, για να μπορεί να διαστρέφει τελείως την πραγματικότητα με τις λέξεις, έχουν προηγηθεί δεκαετίες σταδιακής νέκρωσης της γλώσσας και διάβρωσης των εκπαιδευτικών θεσμών κυρίως. Ακόμη και αν μια κυβέρνηση υπερηρώων (με τον Σούπερμαν πρωθυπουργό και υπουργό Παιδείας) έφτιαχνε και εφάρμοζε τον τέλειο νόμο που θα ανέστρεφε την παρακμή της Παιδείας και πάλι θα χρειαζόταν να περιμένουμε μερικές δεκαετίες ώσπου να δούμε αποτελέσματα.

Πάντως, απαραίτητο είναι να διευκρινίσω ότι κάθε παράδειγμα απόκλισης μεταξύ γλώσσας και πραγματικότητας στην πολιτική δεν είναι πάντοτε ψεύδος, με την έννοια της προϋπάρχουσας σκοπιμότητας να παραπλανηθεί το ακροατήριο. Συχνά πρόκειται για κάτι πολύ αθώο, που εμπίπτει στη σφαίρα της ανθρώπινης γραφικότητας. Την Παρασκευή, λ.χ., βγήκε η κυρία Θεανώ, για να ανακοινώσει με το χαρωπό ύφος της ξέγνοιαστης Κοκκινοσκουφίτσας ότι «κλείσαμε επιτυχώς τη β΄ αξιολόγηση». Καμία αξιολόγηση δεν είχε κλείσει, εκτός από το κεφάλαιο ή, μάλλον, την παράγραφο των κοινωνικών επιδομάτων, που είναι και η αρμοδιότητά της στην κυβέρνηση. Οπως εξήγησε, όμως, η πολιτική των κοινωνικών επιδομάτων είναι «μια πολύ μεγάλη πολιτική» και ίσως εξ αυτού να υπερέβαλε κάπως. Ομως, η διαφορά είναι ότι δεν είχε στον νου της τον κρετίνο τηλεθεατή που ενδεχομένως θα την πιστέψει. Είχε στον νου της την Εφη Αχτσιόγλου, που είναι νέα, αδύνατη, χαριτωμένη με τον τρόπο της, πιο ψηλή από την ίδια και –το κυριότερο– είναι κανονική υπουργός· κι ας μην ξέρει να μαγειρεύει γεμιστά και μαρμελάδες. Αλλά μήπως φαντάζεσθε ότι ξέρει η κυρία Θεανώ;

Αυτοσαρκασμός

Το είχε ο «Economist» προ δύο εβδομάδων και ίσως δεν του δόθηκε η δέουσα προσοχή. Η τοπική εφημερίδα της κομητείας του Αμπερντίν στη Σκωτία, «The Buchan Observer», ανακοίνωσε τη νίκη του Τραμπ με τον εξής πρωτοσέλιδο τίτλο: «Aberdeenshire business-owner wins presidential election» (Επενδυτής στο Αμπερντίν κερδίζει την προεδρική εκλογή). Θυμίζω ότι ο Τραμπ έχει φτιάξει γήπεδο γκολφ και ξενοδοχείο στο Αμπερντίν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ