Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Φιντέλ Κάστρο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ο πληροφορήθηκα πολύ πρωί, ώρα Ελλάδος, σχεδόν μόλις είχε ανακοινωθεί το γεγονός από την Αβάνα, κι έμεινα κατάπληκτος. Μα ζούσε ο Φιδέλ Κάστρο; Ε λοιπόν, έτσι φαίνεται· τουλάχιστον ως βιολογικός οργανισμός, ζούσε. Είχε γίνει όμως ιστορικό irrelevance, όπως λένε οι αγγλόφωνοι λαοί, δηλαδή, κάτι άσχετο με τον κόσμο όπως εξελίχθηκε. Στην καλύτερη περίπτωση, ήταν μια νότα γραφικότητας στον παγκόσμιο πολιτικό χάρτη (οι επτάωρες ομιλίες του, οι σπορτίφ εμφανίσεις του με φόρμα Adidas κ.λπ.)· στη χειρότερη περίπτωση, ήταν μια κομμουνιστική τυραννία που παρατεινόταν ανώφελα για τον κουβανικό λαό, αφού ο κόσμος είχε αλλάξει.

Ο θάνατος του Φιδέλ (κατά την ορθόδοξη εκδοχή του ονόματος, όπως μάθαμε από το συλλυπητήριο σημείωμα του Δ. Κουτσούμπα) και του οράματός του επήλθε, πρώτα, με την ήττα της Σοβιετικής Ενωσης στον Ψυχρό Πόλεμο και, λίγο αργότερα, με τη διάλυσή της. Η παύση της απευθείας βοήθειας των Σοβιετικών, όπως και των προνομιακών εμπορικών σχέσεων που διατηρούσε η Κούβα με την προστάτιδα υπερδύναμη, έφερε την οικονομία της σε πλήρες αδιέξοδο, ώστε το καθεστώς να υποχρεωθεί μόνο του να ανοίξει σταδιακά την εσωτερική αγορά σε μορφές του ελεύθερου ανταγωνισμού και, επίσης, να υποχρεωθεί να αποκαταστήσει σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια παρακμής, η Κούβα του Φιδέλ, που κάποτε πήγε να γίνει αφορμή του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου (αφορμή του τέλους της Ιστορίας, θα έλεγε κάποιος καθ’ υπερβολήν), απασχολούσε τη διεθνή επικαιρότητα κυρίως για τα κατά καιρούς κύματα των φυγάδων που την κοπανούσαν όπως όπως από τον παράδεισο (υπάρχουν και τέτοιοι…) ή για την άτεγκτη καταπίεση των αντιφρονούντων. Η μόνη έμμεση διεθνής επιρροή που είχε –και αυτό χωρίς να το έχει επιδιώξει– ήταν στις τοπικές πολιτικές εξελίξεις στη Φλόριντα, όπου είναι συγκεκντρωμένη η κοινότητα των Κουβανών φυγάδων. Εκεί όπου πανηγύριζαν στους δρόμους μόλις το έμαθαν (σχετική και η φωτογραφία).

Ειδάλλως, όλοι ήξεραν ότι παρακολουθούσαν έναν αργό θάνατο. Η Κούβα είχε γίνει ήδη το αντικείμενο μιας προκαταβολικής νοσταλγίας και όχι μόνο για την περιθωριακή ριζοσπαστική Αριστερά της Ευρώπης που εξιδανίκευσε το πείραμα. Το είδαμε ακόμη και στη συνεργασία του μουσικού Ράι Κούντερ με τον σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς, χάρη στην οποία η μουσική παράδοση της Κούβας που χάνεται (όλοι οι μουσικοί ήσαν υπέργηροι, θυμίζω…) κατέκτησε τον κόσμο. Εξίσου φανερό ήταν και στο εικαστικό ενδιαφέρον για τα ερείπια της σύγχρονης Αβάνας, που για κάποια χρόνια είχε γίνει μόδα στον κόσμο της φωτογραφίας και της ταξιδιωτικής δημοσιογραφίας. Αλλωστε, το χειρότερο είχε συμβεί, η φτώχεια είχε ξανακάνει την Κούβα ένα πορνείο, έστω και σοσιαλιστικού τύπου. Η επανάσταση είχε αποτύχει.

Φυσικά, η αποτυχία αυτή δεν είναι λόγος για να μην τον θρηνήσει η ελληνική Αριστερά, για την οποία άλλωστε τα σύμβολα και οι ιδέες έχουν μεγαλύτερη αξία από την πραγματικότητα. Περισσεύει η συγκίνηση, λοιπόν, από τους εκπροσώπους της και η προσπάθεια να εκφρασθεί με ξεχωριστά λόγια η σημασία ενός μοναδικού γεγονότος οδηγεί, ως συνήθως, σε ασκήσεις στόμφου. Ο πρόεδρος της Βουλής, λ.χ., διαπιστώνει ότι ο Κάστρο άφησε «ένα αποτύπωμα επαναστατικής έμπνευσης και δράσης». Ουδείς, βεβαίως, τολμά να αναφερθεί στην πραγματική κληρονομιά του Κάστρο, την αποτυχία του· όλοι αναφέρονται ποιητικά είτε σε «καταπιεστές» είτε σε «καταπιεσμένους», ίσως επειδή ο εκλιπών διέπρεψε και στους δύο ρόλους. Μόνον ο Τσίπρας αναφέρεται αορίστως σε «τεράστια ιστορική, συμβολική και πολιτική παρακαταθήκη», μολονότι στην αμέσως παρακάτω φράση του –εν αγνοία του, προφανώς– αμφισβητεί την αξία της, όταν διαπιστώνει αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και του σοσιαλισμού. Αν τόσο η πλήρης ελευθερία της αγοράς όσο και το μοντέλο για τη μαρξιστική οργάνωσή της έχουν αποτύχει, όπως ο ίδιος λέει, τότε ποια η χρησιμότητα της «παρακαταθήκης»;

Η πλησιέστερη προς την αλήθεια δήλωση συλλυπητηρίων ήταν, κατά τη γνώμη μου, εκείνη του άγνωστου σε μένα έως χθες Ν. Ηγουμενίδη, βουλευτή Ηρακλείου του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος με την ιδιότητα του μέλους της επιτροπής φιλίας Ελλάδος-Κούβας της Βουλής (σ.σ.: αυτές οι επιτροπές είναι στην πραγματικότητα κάτι σαν γραφεία ταξιδίων) δήλωσε ότι «η συναρπαστική ζωή του Φιντέλ Κάστρο εμπνέει και οδηγεί τη δράση μας». Ακριβώς έτσι όπως το είπε είναι. Εδώ βρίσκεται όλη η συμβολική αξία του Φιδέλ για τον ΣΥΡΙΖΑ και τους συμμάχους του: πήρε την εξουσία και την κράτησε όσο ήταν στη ζωή και, στο διάστημα αυτό, ο ίδιος και οι δικοί του πέρασαν ζωή χαρισάμενη. Ο Ν. Ξυδάκης το έπιασε απολύτως – ίσως και να του ξέφυγε, δεν ξέρω· πάντως, αποχαιρέτισε τον εκλιπόντα με μια εικόνα σαν γλυκερή καρτ ποστάλ: ότι, τώρα, κάπου, ο Φιδέλ ανάβει ένα πούρο. Υποθέτω θα αστράφτει και το Rolex του, όπως θα πέφτουν πλάγιες οι ακτίνες του ήλιου.

Παρ’ όλα αυτά, ο Φιδέλ Κάστρο υπήρξε σπουδαία μορφή στην ιστορία του 20ού αιώνα – πήγε να γίνει η αφορμή για το τέλος του πολιτισμού όπως τον ξέρουμε, ξαναθυμίζω. Με τον τρόπο του και, αλίμονο, με τεράστιο ανθρώπινο κόστος, μας αφήνει μια πράγματι πολύτιμη παρακαταθήκη: μια υπενθύμιση της μοίρας των επαναστάσεων να εξελίσσονται σε τυραννίες και δικτατορίες. Αν εξαιρέσουμε την Ανδοξη Επανάσταση του 1688 και την Αμερικανική Επανάσταση, όλες οι άλλες κάπου εκεί κατέληξαν. (Η δική μας Επανάσταση του 1821 δεν κρίνεται με αυτά τα μέτρα, διότι απέτυχε να επιβληθεί· τη διέσωσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής…)

Το άφησε πάλι

Ο καλός μου ο Γιούκλιντ άφησε πάλι το αποτυπωματάκι του!.. Επιχειρηματολογώντας ουσιαστικά υπέρ μιας «πολιτικής συμφωνίας» (δηλαδή, χαριστικής συμφωνίας), ο υπουργός Οικονομικών επικαλέσθηκε τον Ζορμπά του Καζαντζάκη για να συγκινήσει την άλλη πλευρά. Σαν να λέμε, δηλαδή, ότι πηγαίνεις στην κερκίδα του Ολυμπιακού ντυμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια με είδη του Παναθηναϊκού. Μα πόσο tourist είναι ο άνθρωπος!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ