Κώστας Λεονταρίδης ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΗΣ

Η θλίψη ημών των άλλων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​γενικευμένη θλίψη, ο διάχυτος συγκλονισμός, όπως κατά κανόνα τιτλοφορούνται τα απότοκα, συναθροιζόμενα, συναισθήματα που γεννά μια τραγωδία, δεν μεταδίδονται ευθύγραμμα και ούτε έχουν το ίδιο ειδικό βάρος· καμπυλώνονται από ισχυρές παραμέτρους, αντίρροπες σε φενακισμούς αλλά και από κατά συνθήκην ανέξοδα μαζικά ψεύδη. Η γεωγραφική απόσταση, η πληθυσμική αφθονία, αλλά και η πολιτιστική-ιστορική εγγύτητα της χώρας που ετρώθη, καθορίζουν στους ακροατές-θεατές το αληθές (συνήθως ανεκδήλωτο...) εύρος της λύπης και της διάρκειάς της.

Η εκατόμβη θυμάτων ενός σεισμού π.χ. στην Κίνα χωνεύεται εύκολα και ταχύτατα από εμάς, κατοίκους μιας κουκκίδας, σε σχέση με μιαν αντίστοιχη θεομηνία π.χ. στην Ιταλία. Ποια είναι η πρώτη φοβική σκέψη μας; θα επηρεαστεί από τα γειτονικά φονικά Ρίχτερ και η δική μας χώρα; θα σωριαστούν και εδώ κτίρια; Ο φρικτός θάνατος δέκα ανθρώπων από πυρκαγιά σε κάποιο χωριό π.χ. στο Μεξικό περνά στα αζήτητα της διεθνούς ειδησεογραφίας, ειδικά όταν δεν υποστηρίζεται από εικόνα· τότε ο θάνατός τους ίσως αποκτούσε κάποια εξαγώγιμη αξία. Ομως οι δέκα νεκροί, από την ίδια αιτία, σε ένα γνωστό, τουριστικό πολυκατάστημα των Παρισίων ή του Λονδίνου, τόπο που ενδεχομένως έχουμε επισκεφθεί, θα άνοιγαν άκοντες διάπλατα τις θύρες της συγκίνησής μας· για δευτερόλεπτα συλλυπούμαστε νοερώς, καθώς θα μπορούσαμε να ήμασταν, από τύχη κακιά, και εμείς εκεί ή κάποιοι δικοί μας άνθρωποι.

«Συγκλονίστηκε το πανελλήνιο» –να ’ταν η χιλιοστή φορά τα τελευταία χρόνια που ειπώθηκε για πολλούς και διάφορους λόγους;– πιστοποιήθηκε αυτομάτως, όταν μαθεύτηκε, βράδυ Πέμπτης, ότι μία γυναίκα με κόπωση ασήκωτη για τα εξήντα της χρόνια και ένα παιδάκι στη Μόρια της Λέσβου έγιναν στάχτη. Κυριολεκτικά πριν αλέκτορα φωνήσαι στρατιές τέως συγκλονισμένων, τέως βουρκωμένων, για τον αδόκητο χαμό των δύο ψυχών, στοιχίζονταν στις ουρές της Black Friday, αποδεικνύοντας ότι ακόμα και ο πειρασμός των καταναλωτικών εκπτώσεων κατισχύει στο πι και φι της πηγαίας λύπης. Αλλωστε, ποιος διαφωνεί ότι ωραιότατα ανέκδοτα, για όσους είναι σε θέση να τα εκτιμήσουν, ακούγονται από τυπικούς παρόντες στις κηδείες, μετά την ταφή, στον καφέ με το παξιμάδι; Δεδομένο: Η απώλεια του δικού μας, οικείου, ανθρώπου ζυγίζει ασύγκριτα περισσότερο σε πόνο και οδύνη από τον χαμό οιουδήποτε άλλου, η όποια ψυχική επιβάρυνση από τους θανάτους άλλων, πόσο μάλλον τρίτων, όπως η ζωή διατάσσει, υφίεται πάραυτα. Χους ει και εις χουν απελεύσει, η πλέον βέβαιη, υπεράνω εθνών, θρησκειών, βεβαιότητα· ωστόσο η ανθρώπινη, ατομική ή συλλογική, ματαιοδοξία την αμφισβητεί με κάθε δυνατό μέσο, αδιαφορώντας για θύματα. Αυτήν την αγιάτρευτη τύφλωση επιχείρησε να τραυματίσει με όπλα στίχους ο Νίκος Καρούζος, τιτλοφορώντας με αθάνατο σαρκασμό: «Αντισεισμικός τάφος». Αστόχησε και αυτός όπως τόσοι άλλοι αυστηροί κριτές του εαυτού τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ