ΧΟΡΟΣ

«Γλυκό Μάμπο» κατά Πίνα Μπάους

ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΙΚΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Δεν ήξερα ότι υπήρχε και «Πικρό Μάμπο». Για να το λέει όμως  η «μεγάλη» Πίνα κάτι θα ήξερε. Σε αυτή την προτελευταία της δημιουργία δεν είχαμε νερά, καταρράκτες, λίμνες, όπως στις έσχατες. Είχαμε 7 πανέμορφες κυρίες με έξοχες τουαλέτες και ψηλά τακούνια ή ξυπόλητες. Οι τρεις μαυροφορεμένοι, επίσημοι και σοβαροί κύριοι χρησιμοποιήθηκαν σαν στηρίγματα, βοηθήματα accessories των απρόσωπων όσο και χαμογελαστών επί το πολύ κυριών. Μερικές μας μίλησαν κιόλας- μία σε ικανά ελληνικά μάλιστα. Παλιό το κόλπο της Πίνα, όπως και όλα όσα μας έφτασαν τα τελευταία χρόνια της. Όλα ήταν κάπως déjà vus. Από την ίδια και τους μιμητές της.

Επόμενο, όπως και σε κάθε μεγάλο δημιουργό, η Πίνα να δημιουργήσει – και μάλιστα πολύ γρήγορα – «σχολή». Ή μάλλον μιμητές, οι οποίοι προσέθεταν άφθονο κενό χρόνο στην ανυπαρξία της δικής τους έμπνευσης και, να, τα περάσματα χορευτών, ηθοποιών, περφόρμερς, σχετικών ή άσχετων με τη χορευτική κίνηση. Αλλά το κάτι άλλο, που έφερε, καλλιέργησε και προσέφερε η Πίνα δεν το έπιασε κανείς. Θα ήταν πάντα μια αναφορά σε εκείνη.

Δεν έχω δει πολλά έργα της, που να μη βαρέθηκα. Παλιά το «Καφέ Muller» και την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης». Πολύ αργότερα την «Μεταγραφή» επί το συντομότερο των μακρο-πρωτότυπων «Γαρύφαλλων». Και τώρα αυτό το «Γλυκό Μάμπο»… Ίσως επειδή είχε διάλειμμα. Μέρος του κοινού έφυγε τότε. Απόρησα με τις πολλές νεαρές μαμάδες, που είχαν έρθει με τα κοριτσάκια τους. Προφανώς, δεν είχαν babysitter για την Παρασκευή 4/11 και τα έφεραν στην Onassis Στέγη. Τι εισέπραξαν τα παιδάκια ή οι μαμάδες δεν ξέρω. Εγώ, απλώς, χάρηκα το όλο θέαμα, όπως εκινείτο και μετεκινείτο μπροστά σε μια αέρινη κουρτίνα από μουσελίνα, που συχνά κατάπινε τους χορευτές αλλά και πήγαινε να πνίξει τη σκηνή με τα… φουσκώματά της. Είχαμε και ασπρόμαυρη, βουβή ταινία Ρώσου σκηνοθέτη του 1938. Να συνδυαζόταν (;) με τους έγχρωμους ενδυματολογικούς προβληματισμούς των κυριών. Οι κύριοι, πάντως, παρέμειναν βλοσυροί και αξιοπρεπείς. 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ