ΒΙΒΛΙΟ

Ο εγγονός του Τσε Γκεβάρα κατήγορος του Φιντέλ Κάστρο

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Είναι το πρώτο βιβλίο του που μεταφράζεται στα ελληνικά.

ΚΑΝΕΚ ΣΑΝΤΣΕΣ ΓΚΕΒΑΡΑ
33 στροφές
μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. Ικαρος, σελ. 102

Ο Κανέκ Σάντσες Γκεβάρα, εγγονός του θρυλικού Τσε Γκεβάρα και πρωτότοκος γιος της κόρης του, Ιλδα Γκεβάρα Ακόστα, γεννήθηκε στην Αβάνα το 1974, αλλά η σφοδρή εναντίωσή του προς το καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο τον έκανε στα είκοσί του χρόνια να εγκαταλείψει το «Νησί της Επανάστασης» και να καταφύγει στην Πόλη του Μεξικού, όπου προσπάθησε να στήσει μια νέα ζωή συνεργαζόμενος με περιοδικά και εφημερίδες, άλλοτε ως φωτογράφος και γραφίστας, άλλοτε ως ελεύθερος συγγραφέας. Δεν απέκτησε τη φήμη του παππού του, όμως και μόνο το γεγονός πως αυτός, ένας Γκεβάρα, δήλωνε ορκισμένος εχθρός της καστρικής δικτατορίας, τον έφερνε κάθε τόσο στο προσκήνιο. Πέθανε το 2015, κατά τη διάρκεια εγχείρησης στην καρδιά του.

Η ευσύνοπτη νουβέλα του «33 στροφές» είναι η πρώτη που μεταφράζεται στα ελληνικά και μάλιστα από τον μεταφραστή του Μπόρχες, Αχιλλέα Κυριακίδη. Ο τίτλος δικαιολογείται από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, όπου διαβάζουμε: «Η χώρα ολόκληρη (σ.σ. η Κούβα) είναι ένας γρατζουνισμένος δίσκος. Ολα επαναλαμβάνονται: κάθε μέρα είναι επανάληψη των προηγούμενων, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνας, κάθε χρόνος· κι από επανάληψη σε επανάληψη, ο ήχος εκφυλίζεται ώσπου δεν μένει παρά μια θολή και ανεγνώριστη ανάμνηση του αρχικού ακούσματος – η μουσική εξαφανίζεται, παίρνει τη θέση της ένα βραχνό, ακατάληπτο μουρμουρητό». Σύμφωνα με τον κεντρικό ήρωα και μονήρη αφηγητή –πιθανότατα alter ego του συγγραφέα– ολόκληρο το νησί είναι ένας χιλιοπαιγμένος δίσκος στις 33 στροφές. Η επική μελωδία της νικηφόρας επανάστασης, του Κομαντάντε Τσε και του συντρόφου Φιντέλ, ακούγεται πια στα αυτιά των περισσότερων Κουβανών σαν ένα ακατάληπτο μουρμουρητό. Δεν είναι μόνο ο αυταρχισμός του καθεστώτος, οι απαγορεύσεις, η λογοκρισία, οι συλλήψεις των αντιφρονούντων, είναι και οι οικονομικές αποτυχίες του «σοσιαλιστικού» μοντέλου. Τίποτα πια δεν παράγεται, τα τρόφιμα σπανίζουν, οι ουρές των πεινασμένων μεγαλώνουν, η μαύρη αγορά οργιάζει. Ο κατήφορος όμως μετά το 1989 αποκτά μεγαλύτερη κλίση, γίνεται μια τρομακτική καταβόθρα, καθώς οι Ρώσοι εγκαταλείπουν το νησί στη μοίρα του και η οικονομική βοήθεια από τις Ανατολικές χώρες στερεύει. Οι ανήσυχοι νέοι, οι απελπισμένοι πολίτες που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, σχεδιάζουν τη φυγή τους αγναντεύοντας τον ορίζοντα, μαντεύοντας ότι κάπου εκεί πίσω, τους περιμένει ο «παράδεισος» των αμερικανικών ακτών. Κι επειδή οι άδειες εξόδου χορηγούνται με το σταγονόμετρο οι περισσότεροι δραπετεύουν από την Κούβα πάνω σε αυτοσχέδιες βάρκες, που ρίχνουν βράδυ στη θάλασσα, με την ελπίδα να αντέξει το σκαρί τους τον διάπλουν των στενών ώς τη Φλόριντα. Την ίδια θαλάσσια οδό θα επιλέξει να ακολουθήσει και ο κεντρικός ήρωας της νουβέλας, μετά την άρνησή του να γίνει «καρφί» της ασφάλειας, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως έχει ελάχιστες πιθανότητες να φτάσει απέναντι σώος και αβλαβής.

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Ελληνες αναγνώστες έρχονται αντιμέτωποι με αυτή τη θεματική και παρόμοιους προβληματισμούς για το «σοσιαλιστικό πείραμα» στην αυλή των ΗΠΑ, που κατέληξε, δυστυχώς, σε μια ακόμη τραγωδία (ή φάρσα;) του 20ού αιώνα. Η Ζόε Βαλντές, δραπέτισσα κι αυτή από την Κούβα, μας έδωσε μια συγκλονιστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο βιβλίο της «Το καθημερινό τίποτα», όμως ξεχωριστή μνεία οφείλουμε στον εξόριστο Κουβανό ποιητή Ρεϊνάλντο Αρένας (1943-1990) και στην αυτοβιογραφία του «Πριν πέσει η νύχτα», την πιο παραστατική και σπαρακτική ταυτόχρονα περιγραφή των απάνθρωπων συνθηκών διαβίωσης στο νησί, που οδήγησαν χιλιάδες πολίτες να αναζητήσουν στα ταραγμένα νερά της Καραϊβικής την ελευθερία ή τον θάνατο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ