GAMES

Video games με... πολιτικούς, τραπεζίτες και Φεστιβάλ Υπερηφάνειας

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Ο παίκτης του Pridefest αναλαμβάνει να διοργανώσει Φεστιβάλ Υπερηφάνειας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως οι «παραδοσιακοί» παίκτες, που επιμένουν να περνούν τις ελεύθερες ώρες τους πυροβολώντας εχθρούς σε ένα όλο και πιο ρεαλιστικό ψηφιακό σύμπαν, αποτελούν είδος προς εξαφάνιση, όμως η κυρίαρχη τάση στον χώρο τoυ gaming είναι τα παιχνίδια με κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως η ψυχαγωγία έχει πάψει να αποτελεί προτεραιότητα των ανεξάρτητων σχεδιαστών video games, που συχνά επιδιώκουν να συνδυάσουν την απόλαυση με την ευαισθητοποίηση των χρηστών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Founder» του Francis Tseng, το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως «δυστοπική προσομοίωση επιχείρησης». Ο παίκτης καλείται να ιδρύσει τη δική του επιχείρηση στη Silicon Valley και να κάνει τα πάντα για να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του εις βάρος των ανταγωνιστικών εταιρειών (δηλαδή των άλλων παικτών στο Διαδίκτυο) αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Η αρχή γίνεται με έξυπνες διαφημιστικές εκστρατείες, διασυνδέσεις με πολιτικούς, εργοστάσια σε αναπτυσσόμενες χώρες κ.ο.κ., ενώ σύντομα οι αυξανόμενες απαιτήσεις των μετόχων ωθούν τον διευθυντή της επιχείρησης σε αμφιβόλου ηθικής επιλογές: Μπορεί να αναλάβει να προμηθεύει φιλοπόλεμες κυβερνήσεις με οπλικά συστήματα, να αντικαταστήσει τους υπαλλήλους του με ευφυή και φτηνά ρομπότ ή να ασκήσει πίεση για τη μείωση του κατώτατου μισθού. Κανένα από τα πιθανά σενάρια δεν είναι αισιόδοξο, όμως όπως συμβαίνει και στον πραγματικό κόσμο, το κυνήγι του πλούτου και της εξουσίας είναι εξαιρετικά εθιστικό.

Παρόμοιο σκεπτικό διαπνέει το «Νeocolonialism: Ruin everything», ένα παιχνίδι στρατηγικής, όπου ένας αδίστακτος τραπεζίτης καταστρέφει την παγκόσμια οικονομία προκειμένου να συνεχίσει να γεμίζει τους λογαριασμούς του στην Ελβετία. Το παιχνίδι κυκλοφόρησε το 2015 από το στούντιο Subaltern Games, που πιο πρόσφατα παρουσίασε το «Νο Pineapple Left Behind», ένα χιουμοριστικό όσο και καυστικό σχόλιο πάνω στο αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Εμπνευσμένο από την αμφιλεγόμενη νομοθετική ρύθμιση με τίτλο «Νο Child Left Behind», που ψηφίστηκε το 2001, εκτυλίσσεται σε μία σχολική τάξη μέσα από την οπτική γωνία ενός δασκάλου οπλισμένου με την ικανότητα να ελέγχει τα μυαλά των παιδιών. Αν υποκύψει στις εξωτερικές πιέσεις και κάνει κατάχρηση της δύναμής του, οι μαθητές μετατρέπονται σε παθητικούς... ανανάδες, άριστους στις εξετάσεις αλλά ανίκανους για κριτική σκέψη.

Η αλήθεια είναι πως τα video games που επιχειρoύν να θίξουν καίρια πολιτικά ζητήματα σπάνια διατηρούν μεγάλες αποστάσεις από τη δυστοπία. Το «Lilya and the shadows of war» του Παλαιστίνιου σχεδιαστή Rasheed Abueideh δεν αποτελεί εξαίρεση, και δεν είναι τυχαίο ότι η Apple δέχτηκε να το εντάξει στη λίστα παιχνιδιών του App Store μόνο αφού αρκετά δημοσιεύματα έσπευσαν να υπογραμμίσουν πως το «Israeli Heroes» (όπου ο παίκτης ελέγχει έναν ισραηλινό πύραυλο σε μια σκοτεινή παρωδία του Angry Birds) είχε συμπεριληφθεί χωρίς πρόβλημα. Με ήρωα τον πατέρα της μικρής Lilya, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει και να προστατεύσει την οικογένειά του εν μέσω της πιο πρόσφατης ισραηλινής επίθεσης στη Γάζα, το 2014, το μινιμαλιστικό, ασπρόμαυρο παιχνίδι απειλεί να βυθίσει ακόμα και τους πιο σκληρόπετσους στην κατάθλιψη. Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν και «αντίδοτα», όπως το Pridefest, που φέρει την υπογραφή του στούντιο Atari. Υποδυόμενος τον δήμαρχο μιας νεοϊδρυθείσας πόλης, ο παίκτης αναλαμβάνει να αυξήσει τον δημοτικό προϋπολογισμό διοργανώνοντας Φεστιβάλ Υπερηφάνειας, να εκδιώξει τους ομοφοβικούς κατοίκους του παλιού οικισμού και να μετατρέψει τα εγκαταλελειμμένα κτίρια σε μουσεία τέχνης, spa και κλαμπ με νέον φωτισμό. Παρότι έχει χαρακτηριστεί «ρηχό» και «υπερβολικά mainstream», το «Pridefest», αν μη τι άλλο, προσφέρει τη χαρά της εκδίκησης σε όσους έχουν κουραστεί από το στερεότυπο του «κακού» ομοφυλόφιλου που αναπαράγεται σε ουκ ολίγα δημοφιλή video games. Τέλος, ειδικά για τους φιλότεχνους gamers, το «Flomm! The Battle for Modern 1923» αναβιώνει τη «σύγκρουση» ανάμεσα στους λάτρεις του κλασικού και τους οπαδούς του μοντέρνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ