Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Οι επενδύσεις και ο... σπινθήρας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οπως ορθώς παραδέχθηκε ο πρωθυπουργός, οι επενδύσεις είναι ο μόνος δρόμος για να επιστρέψει η οικονομία σε μια νέα, αυτοχρηματοδοτούμενη, ανάπτυξη. Μπορεί να μη χρησιμοποίησε την περίπλοκη λέξη που μεσολαβεί, αλλά αφού μας έκανε την τιμή να παραδεχθεί ότι «κάπου έχουν δίκιο και οι οικονομολόγοι», όσο απαραίτητες είναι οι επενδύσεις, εξίσου απαραίτητη είναι η χρηματοδότησή τους.

Η συγκέντρωση των απαραίτητων κεφαλαίων για τα οποία διψά η Ελλάδα προϋποθέτει την εξυγίανση των τραπεζών και τη μακρόπνοη διασφάλιση της ακριβοπληρωμένης δημοσιονομικής ισορροπίας. Μέχρι αυτή τη στιγμή, εξαιτίας της τριετούς καθυστέρησης του ελληνικού προγράμματος μεταρρύθμισης, κανένα από αυτά τα συστατικά δεν υπάρχει. Χειρότερα ακόμη, το κράτος δεν είναι έτοιμο να προσθέσει κάποια από τα απαραίτητα κίνητρα που ευλόγως περιμένουν οι επιχειρηματίες για να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που πραγματικά υπάρχουν.

Εντός (στου Μαξίμου) και εκτός (στο 97 της Wilhelmstraße και στο 700 της 19ης Οδού) γνωρίζουν ότι η εξελισσόμενη διαπραγμάτευση είναι η τελευταία ευκαιρία για τα τρία μέρη (κυβέρνηση, Eurogroup και Ταμείο) να συμφωνήσουν σε ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα στόχων, επί του οποίου θα μπορούσε να θεμελιωθεί μια αξιόπιστη και μακρόπνοη διευθέτηση του τεράστιου χρέους. Αναγνωρίζουν όλοι πλέον πως το ελληνικό πρόβλημα δεν θα έχει επιλυθεί με τη λήξη του τρίτου μνημονίου. Η έξοδος στις αγορές, που πρέπει να επιχειρηθεί το νωρίτερο (τον προσεχή Ιούλιο), θα είναι πολύ ακριβή. Αρχικώς τουλάχιστον, αφού το αναμενόμενο μεσοπροθέσμως επιτόκιο ξεπερνά το 5,5%! Χωρίς την εξεύρεση τεχνικής λύσης, όπως θα ήταν ένα «κυλιόμενο κούρεμα» του χρέους, που θα επιβραβεύει συγκεκριμένους στόχους εκσυγχρονισμού των δομών κρατικών υπηρεσιών, νομικού συστήματος και επιχειρηματικών πρακτικών, η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει στο ξέφωτο, πιστεύουν όλοι οι ανωτέρω. Και όμως, υπάρχει κατάλληλη λύση και είναι μάλλον απλή.

Επείγον ζήτημα, πριν ακόμη και από το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, είναι η επίτευξη σειράς συμφωνιών για την πώληση κρατικών περιουσιακών στοιχείων ή την παραχώρηση δημοσίων δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή τη διευκόλυνση άμεσων ιδιωτικών επενδύσεων. Στην αγορά συζητείται ήδη «πού» θα μπορούσε να επενδύσει η Γερμανία, «ποιες» ευκαιρίες βλέπει η Γαλλία, «το είδος» των συμφωνιών που θα ήταν εφικτό να γίνουν με τους Aμερικανούς κ.ο.κ. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό που αναζητείται μοιάζει με όσα συνέβησαν στη δεκαετία του ’60, όταν η Ελλάδα απορρόφησε σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια σε συνεργασία με τα μεγάλα κράτη και τις μεγάλες εταιρείες τους. Εκείνη η αρχική βάση εκβιομηχάνισης, που προστατεύθηκε με το διάταγμα 2687 του 1953, μπορεί να αναβιώσει, προσαρμοσμένη στα πολύ ευνοϊκότερα δεδομένα της ενιαίας αγοράς, του ευρώ και της παγκοσμιοποίησης. Πάνω σε αυτό θα καθήσουν και οι σημαντικές επενδύσεις που είναι έτοιμες να πραγματοποιήσουν δυναμικές εγχώριες επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη αξιοποίησαν την κρίση είτε για να εμπεδώσουν τη θέση τους στην εσωτερική αγορά είτε για να βρουν νέους δρόμους στις διεθνείς αγορές.

Εκτός όμως από το σταθερό πλαίσιο, που είναι η επικαιροποίηση του μνημονίου μέχρι τον Μάιο, και το καύσιμο, δηλαδή την ενεργό ζήτηση που θα φέρει η εμπιστοσύνη καταναλωτών και αποταμιευτών, χρειάζεται και ο σπινθήρας. Δύο ιδέες ξεχωρίζουν. Να μειωθούν οι υποχρεωτικές φοροασφαλιστικές κρατήσεις, που επιβαρύνουν το εισόδημα των μισθωτών και το κόστος εργασίας των επιχειρήσεων, και να δώσουμε στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα υπεραπόσβεσης των επενδύσεων στην αρχική φάση της νέας ανάπτυξης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ