ΘΕΑΤΡΟ

Αδεια κιβώτια γεμάτα φέρετρα

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Φώτης Μακρής στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Το κιβώτιο
σκηνοθ.: Φώτης Μακρής/Κλεοπάτρα Τολόγκου
θέατρο: Studio Μαυρομιχάλη

ΛΕΙΑ ΒΙΤΑΛΗ
Ο ένατος γάμος της γηραιάς κυρίας
σκηνοθ.: Ασπα Κυρίμη
θέατρο: Αγγέλων Βήμα

Κάθε επαφή με το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου (ανάγνωση, επαν-ανάγνωση, θεατρική παρουσίαση, συζήτηση ή αναστοχασμός) επιβεβαιώνει τη διαχρονικότητα του κειμένου, καθώς μετριέται αφοπλιστικά με το εκάστοτε «σήμερα». Συμφωνώ με τον όρο «μετα-καφκικό», γιατί τονίζει την ευρεία εμβέλειά του πέρα από τη συγκεκριμένη ιστορική και ιδεολογικο-κριτική αναφορά των περιστατικών ή την προσωπική περιπέτεια του κεντρικού ήρωα. Η ανεπιτήδευτη γλώσσα, πεισματικά κρατώντας αποστάσεις από συναισθηματισμούς, συναγωνίζεται σε δύναμη τις αιχμηρές απαριθμήσεις, τις κωδικοποιημένες διατυπώσεις, τις σιωπές. Ηχούν όλα μαζί σαν προσκλητήριο των αποδεκατισμένων –«κυανισθέντων» εν πολλοίς– ανταρτών μιας ομάδας αυτοκτονίας, που μέσα από εχθρικές γραμμές και φίλιες δολιοφθορές προσπάθησε να παραδώσει από την πόλη Ν στη πόλη Κ ακέραιο ένα κιβώτιο υψίστης σημασίας για τον αγώνα. Επιβιώνει ένας, ο οποίος παραδίδει το κιβώτιο. Το οποίο αποδεικνύεται κενό... μα πλήρες συμβολισμών. Ο καφκικός γολγοθάς του επιβιώσαντος, σε μορφή γραμμάτων προς τον ανακριτή, αποτελεί το περιεχόμενο του, καταγγελτικού προς κάθε παραλογισμό εξουσίας, μυθιστορήματος.

Στη δραματουργική επεξεργασία των Φώτη Μακρή/Κλεοπάτρας Τολόγκου (που υπογράφουν και την ευθύβολη σκηνοθεσία), διαπίστωσα την ίδια καθηλωτική θεατρικότητα του κειμένου που μου είχε αποκαλύψει η διασκευή του Γιάννη Ρήγα, με τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Ακύλλα Καραζήση.

Η ερμηνεία του Φώτη Μακρή, δουλεμένη εξαντλητικά, μ’ ενδιαφέρουσα γλώσσα σώματος και διακριτές φωνητικές μεταπτώσεις, δηλωτικές αυτοσυγκράτησης, παραίτησης, θυμού, νοσταλγίας, απογοήτευσης, παραφοράς, αναδεικνύει την πυκνότητα, τη συνταρακτική δωρικότητα του ύφους και την πολυσημία του περιεχομένου.

Αν συνυπολογίσει κανείς τις συζητήσεις που ακολουθούν την παράσταση κάθε Παρασκευή –με σημαντικούς κάθε φορά καλεσμένους–, στο θεατράκι της Μαυρομιχάλη συμβαίνει ένα διαρκές πείραμα τέχνης και ευρύτερου προβληματισμού.

* * *
Πώς να προσδιορίσει κανείς το έργο της Λείας Βιτάλη; Ως παρακολούθημα, μετάθεση ή προέκταση του έργου «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Ελβετού συγγραφέα Φρίντριχ Ντίρενματ; Κλείνω προς την προέκταση, αφού όχι μόνον ο τίτλος («Ο ένατος γάμος της γηραιάς κυρίας») αλλά και ονόματα των αθέατων συνοδών-σκλάβων, τοπωνύμια, συμπεριφορές, χαρακτηριστικά της Κυρίας παραπέμπουν στη συγγραφική μήτρα αυτού του καπιταλιστικού αδηφάγου τέρατος. Ο μονόλογος της Βιτάλη μάς μεταφέρει έξι δεκαετίες μετά την ντιρενματική επίσκεψη της πρώην ατιμασμένης και πάμπτωχης Κλάρα Βέσερ στο χρεοκοπημένο Γκίλεν ως δισεκατομμυριούχος Κλάρα Ζαχανασιάν. Εχει πλουτίσει από αλλεπάλληλους γάμους και χρυσοτόκους χηρείες κι επιστρέφει για να εκδικηθεί τον 70χρονο πλέον Αλφρεντ Ιλ, υπαίτιο του νεανικού διασυρμού της, τάζοντας στους ηθικοφανείς κατοίκους ένα δισεκατομμύριο εάν της τον παραδώσουν νεκρό.

Με τον Ιλ λοιπόν... γαμπρό στο φέρετρο (που δεν βλέπουμε), 120 έτη στην πλάτη (που επίσης δεν βλέπουμε), η αλληγορική ενσάρκωση της γηραιάς κυρίας, κατά τη Βιτάλη, έρχεται στην Ελλάδα της κρίσης προετοιμάζοντας τον ένατο γάμο της και περιμένοντας αρχηγούς κρατών, τον Πάπα και μεγιστάνες φίλους εν μέσω λούσων, ανθέων, προσταγών, ανθρωποφάγων καπρίτσιων και κλήσεων στο κινητό από τον οικονομικό της αρμόδιο. Της αναγγέλλει χρεοκοπία, πράγμα που δεν την ταράζει ιδιαίτερα καθώς συνεχίζει χαιρέκακα να προστάζει: «Κάνε σούζα, μικρή μου χώρα», «έτσι μπράβο», προσωποποιώντας τον κυνισμό που συμβολίζει.

Πρόκειται λοιπόν για μονοπρόσωπη προέκταση ενός πολυπρόσωπου πρωτοτύπου (στην πρώτη παρουσίαση το 1961 στο Εθνικό έπαιζαν 65 ηθοποιοί!) με πολλές ιδέες και πρόσφορες μεταφορές, που όμως δεν βρήκαν ούτε στο κείμενο και στη δομή του ούτε στη σκηνοθεσία της Ασπας Κυρίμη τον δρόμο για τη σκηνή.

Εκεί, βρέθηκε μόνη η Σοφία Σεϊρλή με το ταλέντο, την πείρα, την κομψότητα, τη σωματική της άνεση και ευφράδεια, τη νοημοσύνη και την τεχνική της να γεφυρώνει με τη βοήθεια της Ιουλίας Σταυρίδου (σκηνικά-κοστούμια) αμηχανίες, κενά, επαναλήψεις γραφής, κυρίως όμως σκηνοθεσίας. Ηταν άθλος της ηθοποιού να ανταποκριθεί στον μύθο ενός ρόλου εμβληματικού για το μεταπολεμικό θέατρο έχοντας τόσο λίγα στηρίγματα στη διάθεσή της. Προχώρησε μάλιστα και πέρα απ’ αυτό. Στην πραγμάτωση των προθέσεων της Βιτάλη να μεταφέρει τον τιμωρητικό στόχο της Ζαχανασιάν από το μικρό Γκίλεν στη μικρή Ελλάδα, δίχως παραχωρήσεις σε υποκριτικές ευκολίες και υπερβολές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ