ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Ελλάδα σε 20 έτη μετατράπηκε από χώρα υποδοχής σε χώρα αποστολής εργαζομένων

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εχουν περάσει τουλάχιστον 20 χρόνια από τότε που ο Πολωνός υδραυλικός δίχαζε την Ε.E. Σήμερα, θα μπορούσε να είναι ο... Ελληνας τεχνίτης που έρχεται να τονίσει τη ρωγμή μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης, μέσω της συζήτησης για την αναθεώρηση της οδηγίας περί απόσπασης εργαζομένων, η οποία χρονολογείται από το 1996. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άνοιξε τον δρόμο για την, προτεινόμενη από την Κομισιόν, αναθεώρηση της οδηγίας περί αποσπάσεως των εργαζομένων τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν οι ευρωβουλευτές ενέκριναν έκθεση σχετικά με το εξαιρετικά αμφιλεγόμενο θέμα του «κοινωνικού ντάμπινγκ», φέρνοντας την Ε.Ε. ένα βήμα πιο κοντά στην αναθεώρηση της οδηγίας περί αποσπάσεως των εργαζομένων. Η τελική πρόταση καταρτίστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο.

Στην πράξη, το Ευρωκοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της αυστηροποίησης των κανόνων που προάγουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των Ευρωπαίων εργαζομένων. Παράλληλα, όρισε ως κοινωνικό ντάμπινγκ ένα ευρύ φάσμα σκόπιμα καταχρηστικών πρακτικών και την καταστρατήγηση της υφιστάμενης ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας, η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων από διαφορετικές χώρες.

Οι ειδικοί εξηγούν πως η πρακτική εκμετάλλευσης των διαφορών μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων και του ύψους των αμοιβών δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων της Ε.Ε. Και το πρόβλημα έχει οξυνθεί τα τελευταία χρόνια της κρίσης, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Η οποία, πλέον, από χώρα υποδοχής ξένων εργαζομένων τείνει να μετατραπεί σε χώρα αποστολής εργαζομένων στα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Και αυτό γιατί οι ελάχιστοι όροι και συνθήκες εργασίας όχι μόνο των αποσπασμένων αλλά και των εγχώριων εργαζομένων βρίσκονται σε σημαντική απορρύθμιση. Η αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η συνεχής ύφεση, η ανεργία, οι υψηλοί φόροι και οι αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές που δεν αντιστοιχούν σε ανάλογες παροχές, η ενίσχυση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης αλλά και η καταστρατήγηση του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου στην αγορά εργασίας θέτουν εν αμφιβόλω την πιθανότητα να επιθυμεί κάποιος εργαζόμενος να έλθει να εργαστεί στην Ελλάδα του 2017.

Ακόμα όμως και εάν το Ευρωκοινοβούλιο προωθεί μια πιο συντονισμένη προσπάθεια για την αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού, ο δρόμος για την αναθεώρηση θα είναι μακρύς και δύσκολος. Oι ανατολικές χώρες θέλουν να προστατεύσουν τα δικαιώματα των εργαζομένων για ελεύθερη μετακίνηση συνεχίζοντας να προσφέρουν φτηνό εργατικό δυναμικό και γι’ αυτό αντιλαμβάνονται ότι τυχόν βελτιωτικές ρυθμίσεις θα καθιστούσαν περιττή την αποστολή φτηνού δυναμικού από την Ανατολή. Η Δύση ανησυχεί για την έλλειψη νομικής εποπτείας για τους αποσπασμένους εργαζομένους και τις καταχρήσεις που είναι δυνατές στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τη διάρκεια των δύσκολων διαβουλεύσεων, Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία και Σουηδία ζήτησαν υποστήριξη για τον εκσυγχρονισμό της οδηγίας, μέσα από την καθιέρωση της αρχής της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας στον ίδιο τόπο. Τάχθηκαν υπέρ της τροποποίησης των διατάξεων της οδηγίας του 1996, κυρίως όσον αφορά την αμοιβή και την κοινωνική προστασία. Στον αντίποδα –κι εδώ είναι το φαινομενικά παράδοξο– Βουλγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία και Τσεχία υποστήριξαν ότι η επανεξέταση της οδηγίας του 1996 είναι πρόωρη και ότι πρέπει να μετατεθεί. Καθ’ όλη, δε, τη διάρκεια των συζητήσεων εξέφραζαν την άποψη ότι η αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας στον ίδιο τόπο ενδέχεται να είναι ασύμβατη με την ενιαία αγορά, καθώς οι μισθολογικές διαφορές συνιστούν ένα θεμιτό στοιχεία ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος για τους παρόχους υπηρεσιών.

Το σχέδιο της οδηγίας επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι που εκτελούν εργασία στον ίδιο τόπο προστατεύονται από τους ίδιους υποχρεωτικούς κανόνες, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για εγχώριους ή αποσπασμένους εργαζoμένους. Η υποχρέωση όλων των κρατών-μελών να εφαρμόζουν τους κανόνες σε όλους τους τομείς της οικονομίας δεν μπορεί να καθοριστεί σε εθνικό επίπεδο, εκτιμά τη Ε.Ε., αλλά πρέπει να καθοριστεί σε επίπεδο Ενωσης. Το μέλλον θα δείξει αν μπορεί και να το εφαρμόσει.

Αναγκαία η ρύθμιση συνθηκών εργασίας

Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. «Ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών» σημαίνει ότι οι εταιρείες μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο κράτος-μέλος, χωρίς να χρειάζεται να εγκατασταθούν στην εν λόγω χώρα. Για να γίνει αυτό πρέπει να είναι σε θέση να στέλνουν τους εργαζομένους τους σε ένα άλλο κράτος-μέλος για να εκτελέσουν εκεί τα απαιτούμενα καθήκοντα. Η κανονιστική ρύθμιση των συνθηκών εργασίας που πρέπει να εφαρμόζονται στους εν λόγω εργαζομένους κρίθηκε συνεπώς αναγκαία για την ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει η Ε.Ε., ο αριθμός των αποσπασμένων εργαζομένων στην Ε.Ε. αυξήθηκε κατά περίπου 45% μεταξύ 2010 και 2014. Το 2014 ο αριθμός των αποσπάσεων στην Ε.Ε. ανερχόταν σε 1,9 εκατ., ενώ το 2010 ο αριθμός αυτός ήταν 1,3 εκατ. και το 2013 1,7 εκατ. Η μέση διάρκεια της απόσπασης είναι τέσσερις μήνες. Συνολικά, βέβαια, οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,7% της συνολικής απασχόλησης στην Ε.Ε. Ωστόσο, σε κάποιους τομείς και σε ορισμένα κράτη-μέλη υπάρχει σημαντική συγκέντρωση αποσπάσεων. Ο κατασκευαστικός τομέας αντιπροσωπεύει, από μόνος του, το 43,7% του συνολικού αριθμού αποσπάσεων, αν και πολλές αποσπάσεις γίνονται και στη μεταποιητική βιομηχανία (21,8%), στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας (13,5%) και στον τομέα των επιχειρήσεων (10,3%).

Η Γερμανία, η Γαλλία και το Βέλγιο είναι τα τρία κράτη-μέλη που προσελκύουν τον μεγαλύτερο αριθμό αποσπασμένων εργαζομένων και αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου το 50% όλων των αποσπασμένων εργαζομένων. Με τη σειρά τους, η Πολωνία, η Γερμανία και η Γαλλία είναι οι τρεις μεγαλύτερες χώρες αποστολής αποσπασμένων εργαζομένων. Η Κομισιόν προωθεί την αναθεώρηση της οδηγίας του 1996, εκτιμώντας ότι η κατάσταση της οικονομίας και της αγοράς εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχει αλλάξει άρδην. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες η ενιαία αγορά διευρύνθηκε και οι μισθολογικές διαφορές αυξήθηκαν, οπότε και δημιουργήθηκαν κίνητρα για τη χρησιμοποίηση της απόσπασης ως μέσου για την εκμετάλλευση αυτών των διαφορών. Το νομοθετικό πλαίσιο που έθεσε σε ισχύ η οδηγία του 1996 δεν ανταποκρίνεται πλέον στη νέα πραγματικότητα. Επιπροσθέτως, αφού οι εταιρείες που χρησιμοποιούν την απόσπαση πρέπει να συμμορφώνονται μόνο με τα κατώτατα όρια αμοιβών του κράτους-μέλους υποδοχής, αυτό συνήθως οδηγεί σε έντονες μισθολογικές διαφορές. Είναι χαρακτηριστικό πως οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι κερδίζουν έως και 50% λιγότερο απ’ ό,τι οι εγχώριοι εργαζόμενοι σε μερικούς τομείς και σε ορισμένα κράτη-μέλη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ