ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Σπάει» στα δύο η συμφωνία για το χρέος

ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Αμέσως μετά το Eurogroup της Μάλτας, σε μια προσπάθεια να προλάβουν την επόμενη μεγάλη δυσκολία που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν, οι θεσμοί το περασμένο Σάββατο το πρωί συναντήθηκαν στη Βαλέτα με θέμα τη συμφωνία για το χρέος, η οποία αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Ο λόγος; Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και το Βερολίνο έχουν ακριβώς τα αντίθετα συμφέροντα, και πρέπει να βρεθεί μια χρυσή τομή που να επιτρέπει τη συμμετοχή του Ταμείου χωρίς ταυτόχρονα να στοιχίζει πολιτικά στο Βερολίνο, λίγους μήνες πριν από τις γερμανικές εκλογές.

Αυτό που προέκυψε από τη συνάντηση είναι ένας αρχικός σχεδιασμός, με βασικό άξονα ότι η συμφωνία θα σπάσει σε δύο μέρη. Σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, το πρώτο μέρος θα αποφασιστεί στο επόμενο Eurogroup, υπό τον όρο ότι θα έχει υπάρξει συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο μέχρι τότε, με την ευρωπαϊκή πλευρά να δίνει «ισχυρές δεσμεύσεις» στο ΔΝΤ ότι το ελληνικό χρέος θα γίνει βιώσιμο σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Ταμείου και ξεκαθαρίζοντας και με ποιο τρόπο αυτό θα γίνει πραγματικότητα. Δηλαδή συγκεκριμενοποιώντας τα μεσοπρόθεσμα μέτρα.

Ομως οι αποφάσεις για συγκεκριμένα ποσοτικά μέτρα, από τα οποία θα προκύψουν νούμερα, μεταφέρονται για το 2018. Δηλαδή, μπορεί να συμφωνηθεί ότι θα γίνει χρονική επέκταση της αποπληρωμής του χρέους –και στη συμφωνία, για παράδειγμα, να αναφέρεται ότι η επέκταση θα είναι πάνω από 40 χρόνια–, αλλά χωρίς να εξειδικεύεται για πόσο ακριβώς χρονικό διάστημα.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο παραπάνω σχεδιασμός βρίσκει σύμφωνο το ΔΝΤ, αλλά θα πρέπει να βρεθεί μια φόρμουλα αρκετά ικανοποιητική στο επόμενο Eurogroup, που θα μπορέσει να επιτρέψει στο διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου να δώσει το «πράσινο φως» για συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα.

Αυτός ο σχεδιασμός –αν όντως γίνει πράξη– αποτελεί μια λύση που διευκολύνει σαφώς τη γερμανική πλευρά και δυσχεραίνει την ήδη επιβαρυμένη ελληνική κυβέρνηση. Κι αυτό, γιατί εκτός από τα σκληρά μέτρα που θα κληθεί να ψηφίσει στη Βουλή τις επόμενες ημέρες, χωρίς να γνωρίζει το μέγεθος της ελάφρυνσης του χρέους, τώρα θα μάθει κατά πόσον το ελληνικό χρέος θα μειωθεί, όχι σε ένα μήνα –όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί–, αλλά το νωρίτερο σε ένα χρόνο.

Μεγάλη νίκη

Για το Βερολίνο αυτό το σχέδιο αποτελεί σαφώς μια μεγάλη νίκη, καθώς το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, στη συζήτηση για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, είναι ότι μεσολαβούσαν οι εκλογές και ένα τέτοιο θέμα ήταν πολύ «καυτό» πολιτικά για να τεθεί εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας. Επίσης, με αυτό το χρονοδιάγραμμα δημιουργείται άλλος ένας μοχλός πίεσης για το 2018, για όλα τα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής πλευράς, καθώς η συμμόρφωση στο ελληνικό πρόγραμμα θα επιτρέψει πιο σημαντική ελάφρυνση του χρέους.

Γι’ αυτό και τον περασμένο Μάιο είχε αποφασιστεί ότι τα βασικά μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους, τα μεσοπρόθεσμα, θα ετίθεντο σε λειτουργία μετά τη λήξη του προγράμματος και μακριά από τις γερμανικές εκλογές. Το γεγονός ότι και η ουσιαστική συζήτηση θα γίνει και εκείνη τότε, το 2018, διευκολύνει πολύ το Βερολίνο.

Από την άλλη, το ΔΝΤ θα πρέπει να λάβει μια πολύ ισχυρή δέσμευση ότι το θέμα θα αντιμετωπιστεί αποφασιστικά με τη λήξη του προγράμματος και αυτή είναι η φόρμουλα που θα αναζητηθεί τις επόμενες εβδομάδες.

Τα παραπάνω βεβαίως θα γίνουν πραγματικότητα μόνο αν έχει προκύψει η συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο (staff level agreement), έχουν αποφασιστεί τα προαπαιτούμενα και έχουν ψηφιστεί από την ελληνική Βουλή τα σχετικά νομοσχέδια. Και αυτή η διαδικασία δεν θα είναι τόσο απλή, καθώς στο Εurogroup της Μάλτας μπορεί να αποφασίστηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές της συμφωνίας για μειώσεις στις συντάξεις το 2019 και μείωση του αφορολόγητου ορίου το 2010, αλλά υπάρχει μια σειρά από άλλα θέματα στα οποία πρέπει να επέλθει τεχνική συμφωνία.

Ενα από τα πιο σημαντικά είναι η πώληση πάνω από το 40% της ΔΕΗ, η οποία θα προχωρήσει αφού η επίτροπος Ανταγωνιστικότητας δώσει το «πράσινο φως» για το σχέδιο της κυβέρνησης. Να σημειωθεί ότι αν η πώληση δεν θεωρηθεί σύμφωνη με τους κανόνες ανταγωνιστικότητας της Ε.Ε., τότε η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να καταθέσει άλλη πρόταση.

Συγχρόνως, στο επόμενο Eurogroup του Μαΐου, εάν τα παραπάνω θέματα έχουν κλείσει, θα αποφασιστεί το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων για μετά τη λήξη του προγράμματος. Η συζήτηση επί του θέματος έχει γίνει από τον Φεβρουάριο, με όλες τις πλευρές να τείνουν στο 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα «για περίπου πέντε χρόνια μετά τη λήξη του προγράμματος», όπως έλεγε Ευρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ