Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Το πρωινό που έφερε μιαν επτάχρονη νύχτα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​η χούντα μάς τη θύμισαν πρόσφατα οι βουλευτές που θέλησαν να νεκραναστήσουν το διαβόητο «Τάμα του Εθνους», ένα από τα πιο καραμπινάτα σκάνδαλα των κολονέλων. Μας τη θυμίζουν συχνά σπουδαίοι δημοσιολόγοι που δεν παραλείπουν να δοξολογούν τα οικονομικά των δικτατόρων και να μη βλέπουν καν το «Τάμα» σαν σκάνδαλο. Μας τη θυμίζουν συνεχώς οι ψήφοι που νομιμοποιούν τους φιλοναζιστές της Χ.Α., οι οποίοι ψηλά στο εικονοστάσι τους, εκτός από τον Αδόλφο, έχουν και τη χουντική τριάδα. Και μας τη φέρνουν το μυαλό όσοι αποφαίνονται πως ο «Ελληνας θέλει λοχία», όποτε πέφτουν σε διαδήλωση, σε απεργία, ακόμα και σε ουρά σε κάποια δημόσια υπηρεσία.

Στον μισόν αιώνα από το στρατιωτικό πραξικόπημα και την επιβολή ενός δικτατορικού καθεστώτος που άντεξε επτά ολόκληρα, το πρώτο για το οποίο οφείλει να αναρωτηθεί κανείς είναι το ποια πολιτικά και κοινωνικά στοιχεία συνδέονται με το ρήμα «άντεξε»: τι διευκόλυνε ή επέτρεψε στη χούντα να μακροημερεύσει, να μην πέσει μ’ ένα γέλιο περιφρόνησης, στον τόπο μάλιστα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, όπως είθισται να λέμε. Τι συνέτρεξε ώστε να χρειαστεί, εκτός από το αίμα του Πολυτεχνείου, που αρκετοί εξακολουθούν να μην το αναγνωρίζουν (ανάμεσά τους και μέλη της Βουλής, και δεν εννοώ αποκλειστικά τους χρυσαυγίτες), η εισβολή του Αττίλα και η άλωση της Κύπρου.

Οι ευθύνες του διεθνούς παράγοντα είναι προφανείς και μεγάλες, είτε ισχύει απολύτως το εύπεπτο σενάριο περί αμερικανόπνευστου πραξικοπήματος είτε όχι. Αλλά οι ευθύνες αυτές δεν βαραίνουν αποκλειστικά τους Αμερικανούς και τους Δυτικοευρωπαίους. Σοβαρότατο είναι και το μερίδιο της τότε Σοβιετικής Ενωσης (της ρωσικής αυτοκρατορίας καλύτερα), αφού δεν διέκοψε τις σχέσεις της με το χουντικό καθεστώς. Και αυτό τη στιγμή που πάμπολλοι άνθρωποι που ορκίζονταν στο όνομα της ΕΣΣΔ βρίσκονταν στις φυλακές και στα ξερονήσια, αρκετοί όχι για πρώτη φορά. Ανάμεσά τους και οι αριστεροί εκείνοι που βρήκαν το ανεπανάληπτο θάρρος και την παραδειγματική (θα έπρεπε) παρρησία να καταγγείλουν δημόσια, την άνοιξη του 1968, την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία, εξόριστοι οι ίδιοι στο Παρθένι της Λέρου. Μιλώ για το «Χάος», ένα εγχείρημα πνευματικό όσο και πολιτικό, που οι πρωταγωνιστές του δεν το διαφήμισαν και δεν το τόκισαν ποτέ, οι δε ιδεολογικοί ενδοπαραταξιακοί αντίπαλοί του φρόντισαν να το αποσιωπήσουν, αν όχι να το διαβάλουν. «Το “Χάος”, έγραφε στην «Καθημερινή» στις 2 Απριλίου 2002 ο Αντώνης Καρκαγιάννης, αποχαιρετώντας τον Δήμο Μαυρομμάτη, «ήταν η συνολική και ώς τα έσχατα αμφισβήτηση της Αριστεράς, όπως μέχρι τότε την είχαμε γνωρίσει με όλα τα ιερά και τα όσιά της και με όλα τα συναξάρια των αγίων της. Ηταν ο απόηχος μιας σύγκρουσης που είχε ήδη αρχίσει έξω από τα στρατόπεδα, στα πανεπιστήμια και στους δρόμους, ανάμεσα στη ζωντανή Αριστερά της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων και την αποστεωμένη Αριστερά της φυλακής και της εξορίας».

Ποιες οι ευθύνες του ελληνικού πολιτικού κόσμου (αλλά και του εκκλησιαστικού, και του εκπαιδευτικού, και του δικαστικού, και του δημοσιογραφικού) για την εκδήλωση του πραξικοπήματος και πρωτίστως για την επτάχρονη επιβίωση του τυραννικού καθεστώτος που εγκαθίδρυσε; Επίσης πολλές και προφανείς. Αιφνιδιάστηκε, ολιγώρησε, αδράνησε, εκλεκτά μέλη του επιχείρησαν από κάποια στιγμή κι έπειτα να παίξουν το παιχνίδι της «πολιτικοποίησης», μισοαδιάφοροι για την πλήρη ανελευθερία και για την τερατώδη καπηλεία των πάντων (της αρχαιότητας, του χριστιανισμού, της παράδοσης) από τους άγλωσσους άρχοντες του κιτς. Λίγοι αντιστάθηκαν με τρόπο κάπως υλικότερο και πολιτικά σοβαρότερο από τις εκ του ασφαλούς δηλώσεις «συγκρατημένης αποδοκιμασίας». Μύθος η ενεργός αντίσταση όλων των κομμάτων και όλων των ηγετών τους· οι «σώφρονες» ανάμεσά τους ήταν πολύ περισσότεροι από τους αποφασισμένους να ρισκάρουν (ή και να ξαναρισκάρουν) τη ζωή τους, τη βολή τους έστω. Αλλά μύθος και η πάνδημη αντίσταση, ένας μύθος δημιουργημένος από τον λαϊκισμό και τον αυτολαϊκισμό, στο πλαίσιο του οποίου ο λαός αναπαριστάνει τον εαυτό που έτσι όπως δεν ήταν, ώσπου πείθεται ότι το ίνδαλμά του λέει την πάσαν αλήθεια.

«Μετά τη μεταπολίτευση», έγραφε προ ημερών ο Περικλής Κοροβέσης, στο πασχαλιάτικο φύλλο της «Εφημερίδας των Συντακτών», «έγινε πολύς λόγος για την ηρωική αντίσταση του ελληνικού λαού απέναντι στο φασιστικό καθεστώς της χούντας. Και όλα τα κόμματα διεκδικούσαν τη μερίδα του λέοντος. Αλλά κάποιοι που έζησαν κάθε μέρα και κάθε στιγμή εκείνης της περιόδου και ήταν ενεργοί εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος έχουν διαφορετική εικόνα: μετριούνταν κι έβγαιναν τρεις κι ο κούκος. Τελικά πόσοι άνθρωποι αντιστάθηκαν με την όποια μορφή εναντίον της χούντας; [...] Κάναμε έναν πρόχειρο απολογισμό για το περίπου πόσοι ήταν αυτοί που πήραν ενεργό μέρος. Υπολογίσαμε πως το μάξιμουμ ήταν δυόμισι-τρεις χιλιάδες». Μαζί με «αυτούς που άκουγαν κρυφά τα ξένα ραδιόφωνα στα βραχέα, αυτούς που πιάστηκαν την πρώτη μέρα της δικτατορίας χωρίς να προλάβουν να κάνουν τίποτα, ακόμα και αυτούς που αναγκάστηκαν να διαφύγουν στο εξωτερικό, ίσως βγουν αρκετές χιλιάδες. [...] Η μεγάλη πλειονότητα αυτού του λαού ανέχτηκε τους συνταγματάρχες».

Ούτε στους Πέρσες είχαν αντισταθεί όλοι οι Ελληνες, με πόλεις ολόκληρες να μηδίζουν, ούτε άρπαξαν όλοι το καριοφίλι για να διώξουν τους Τούρκους, ούτε και η Αντίσταση κατά των Γερμανών ήταν παλλαϊκή. Κάθε μύθος όμως έχει το κόστος του. Και δικαιώνει τον φόβο που ομολογούσε ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην «Αυγή», στα δεκάχρονα του Πολυτεχνείου:

«Φοβάμαι / τους ανθρώπους που εφτά χρόνια / έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι / και μια ωραία πρωία -μεσούντος κάποιου Ιουλίου- / βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας / “Δώστε τη χούντα στο λαό”. / Φοβάμαι τους ανθρώπους / που με καταλερωμένη τη φωλιά / πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου. / Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου ’κλειναν την πόρτα / μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια / και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο / να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν. / Φοβάμαι τους ανθρώπους / που γέμιζαν τις ταβέρνες / και τα ’σπαζαν στα μπουζούκια / κάθε βράδυ / και τώρα τα ξανασπάζουν / όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη / και έχουν και “απόψεις”. / Φοβάμαι τους ανθρώπους / που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν / και τώρα σε λοιδορούν / γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο. / Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους. / Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ