ΕΛΛΑΔΑ

Οι μετακινούμενοι επαγγελματίες της βαλίτσας και άλλες ιστορίες

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κλείνουν τα βιβλία και παίρνουν τις βαλίτσες. Οχι μόνο τις βαλίτσες της μετανάστευσης. Αλλά και τις βαλίτσες... εσωτερικού, αυτές με τις οποίες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εσωτερικό των σπιτιών. Ο λόγος, για πλήθος επαγγελματιών οι οποίοι κλείνουν τα λογιστικά τους βιβλία και διαγράφονται τυπικά από το επάγγελμα, για να περάσουν από τον φορολογικό προβολέα στο σκοτάδι της άτυπης εργασίας και των επαγγελμάτων της βαλίτσας. Είναι όλοι αυτοί που, έχοντας μια βαλίτσα στο χέρι ή ένα σάκο στην πλάτη, προσφέρουν υπηρεσίες κατ’ οίκον, αφορολόγητες και συνήθως σε αισθητά χαμηλότερες τιμές.

Δεν είναι καινούργιο αυτό για την Ελλάδα, αλλά πλέον εξαπλώνεται τόσο σε παραδοσιακά επαγγέλματα της παραοικονομίας όσο και σε νέα επαγγέλματα, απότοκα της κρίσης. Δεν είναι πια μόνο οι τεχνίτες που έρχονται στο σπίτι (υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι και άλλοι) και επισκευάζουν επιτόπου ζημιές, χωρίς απόδειξη. Ή οι καθηγητές που παραδίδουν ιδιαίτερα μαθήματα, πρακτική που τείνει να αναπτυχθεί περαιτέρω, καθώς αρκετά μικρά φροντιστήρια κλείνουν, με τους καθηγητές να παραδίδουν ιδιαίτερα. Η άτυπη, μη καταγεγραμμένη, εργασία αγκαλιάζει επαγγέλματα που μέχρι πρότινος είχαν έδρα και λογιστική παρουσία. Η εξοικονόμηση πόρων για τον επαγγελματία είναι μεγάλη: δεν πληρώνει ενοίκιο και λογαριασμούς για το κατάστημά του. Δεν πληρώνει φόρους (εισοδήματος, επιτηδεύματος και ΦΠΑ), ούτε απαιτείται να απασχολεί προσωπικό.

Kουρεύουν, βάφουν...

Το επάγγελμα της κομμωτικής και του κουρέα είναι ένα απ’ αυτά που μπαίνει στη βαλίτσα. Χιλιάδες κομμώτριες/τες και κουρείς σε όλη την Ελλάδα κουρεύουν και βάφουν επισκεπτόμενοι το σπίτι του πελάτη ή σε ορισμένες πιο σπάνιες περιπτώσεις χρησιμοποιώντας το δικό τους σπίτι (αν κι αυτό είναι πιο επικίνδυνο). Το φαινόμενο είναι πλέον πολύ διαδεδομένο, τόσο, που ορισμένες εκτιμήσεις να ανεβάζουν το ποσοστό των κομμωτών που εργάζονται άτυπα σε 40%!

Αντίστοιχο ή και ακόμα μεγαλύτερο είναι το ποσοστό μεταξύ όσων προσφέρουν υπηρεσίες αισθητικής ή περιποίησης νυχιών. Πολύ μεγάλο είναι επίσης το ποσοστό μεταξύ των φυσικοθεραπευτών, ειδικά μετά τον περιορισμό των επισκέψεων που καλύπτουν τα ασφαλιστικά ταμεία. Αλλά και πολλοί μεσίτες, μετά την τεράστια πτώση στις μεταβιβάσεις ακινήτων, υποχρεώθηκαν να κλείσουν τα γραφεία τους και να εργάζονται από το σπίτι τους, δημοσιεύοντας απλώς αγγελίες στις σχετικές ιστοσελίδες.

Δίπλα στις γυναίκες που φροντίζουν μικρά παιδιά ή ηλικιωμένους και στις καθαρίστριες διαμερισμάτων, μια νέα υπηρεσία εμφανίζεται δειλά, απευθυνόμενη σε εργένηδες ή σε οικογένειες που εργάζονται πολύ εντατικά. Είναι η διανομή σπιτικού φαγητού, που είναι πραγματικά σπιτικό, καθώς παρασκευάζεται στο σπίτι. Ζευγάρι σε γειτονιά της Αθήνας, που είχε μικρό ταβερνάκι, έφτασε σε οικονομικό αδιέξοδο. Αποφάσισε να κλείσει το μαγαζί και να μαγειρεύει στο σπίτι του δυο-τρία φαγητά, σε μικρές ποσότητες, τις οποίες διακινεί σε πολύ οικονομικές τιμές στη γειτονιά μέσω κοινωνικών δικτύων του Ιντερνετ.

Αλλες περιπτώσεις μπορεί να μη χωρούν σε βαλίτσες, αλλά είναι απότοκες της ίδιας κατάστασης. Οπως με τους τεχνικούς αυτοκινήτων, που έκλεισαν το συνεργείο τους και μετέτρεψαν το υπόγειο πάρκινγκ του σπιτιού τους σε χώρο επισκευών. Καλές τιμές, καλό σέρβις και πάνω απ’ όλα εχεμύθεια.

Περιπλανώμενοι

Οι περιπλανώμενοι επαγγελματίες, που κινούνται σε «γκρίζες ζώνες» για την εφορία ή ολότελα παράνομα, γίνονται ολοένα και περισσότερο εικόνες της νέας οικονομικής πραγματικότητας. «Πρόκειται για συνδυαστικό αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης, των υψηλών ασφαλιστικών εισφορών και της μεγάλης πτώσης του τζίρου. Τα ακαθάριστα έσοδα στα μαγαζιά, με βάση τα τελευταία στοιχεία του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων, έχει πέσει κατά 80% μεταξύ 2009-2017! Πρόκειται για εφιαλτικό ποσοστό. Πολλοί επαγγελματίες οδηγούνται στο κλείσιμο. Αλλά δεν έπαθαν αμνησία, δεν ξέχασαν την τέχνη τους. Ετσι αρκετοί οδηγούνται στη “μαύρη” εργασία, όχι για να κερδοσκοπήσουν, αλλά προσπαθώντας να επιβιώσουν και να στηρίξουν την οικογένειά τους», λέει στην «Κ» ο κ. Γιώργος Κουράσης, γενικός γραμματέας της ΓΣΕΒΕΕ.

«Οι επαγγελματίες της βαλίτσας δημιουργούν όμως αθέμιτο ανταγωνισμό και διογκώνουν την παραοικονομία», συμπληρώνει.

Για τη ΓΣΕΒΕΕ το μεγάλο πρόβλημα είναι το ύψος των φόρων. «Είναι παγκοσμίως γνωστό πως όσο αυξάνεις τους φόρους τόσο μειώνεις την εισπραξιμότητα. Στην έρευνα που έκανε το ινστιτούτο μας τον Φεβρουάριο, οι δύο στους πέντε επαγγελματίες απάντησαν πως αισθάνονται τον κίνδυνο να κλείσουν τα μαγαζιά τους. Η απαισιοδοξία κυριαρχεί», συμπληρώνει. Η ΓΣΕΒΕΕ έχει προτείνει το «πάγωμα» των οφειλών, έτσι ώστε πολλοί επαγγελματίες να επιχειρήσουν μια νέα αρχή.

Το πρόβλημα της φοροδιαφυγής εμφανίζεται ξανά και στην αποφυγή έκδοσης απόδειξης. Εμφανίζεται πάλι το φαινόμενο του παζαριού μεταξύ πωλητή και αγοραστή για το πόσο μπορεί να πέσει η τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας εάν δοθεί χωρίς απόδειξη. Εμφανίζονται ακόμα αποδείξεις με μικρότερο ποσόν, αποδείξεις προηγούμενου πελάτη που δεν τις πήρε, έως και ταμειακές μηχανές συνδεδεμένες με το... υπερπέραν ή με εταιρείες σε Μάλτα, Βουλγαρία ή αλλού! Η κυβέρνηση προσπάθησε να αντιμετωπίσει το φαινόμενο μέσω του πλαστικού χρήματος και της χρήσης της κάρτας. Ηδη όμως εμφανίζονται περιπτώσεις που επαγγελματίες κάνουν καλύτερες τιμές, συνήθως στο «μιλητό» και σε γνωστούς πελάτες, όταν κάποιος πληρώσει με μετρητά και όχι με κάρτα.

Ταυτόχρονα, όπως σημειώνει το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, έχει πέσει ο ρυθμός διείσδυσης των συσκευών POS για την υποδοχή καρτών. Χαρακτηριστικό είναι πως ενώ τα καταστήματα που διέθεταν POS αυξήθηκαν πάνω από 20 ποσοστιαίες μονάδες από τον Ιούλιο του 2015 στον Ιούλιο του 2016 (από 28% σε 49%), μέχρι τον Φεβρουάριο 2017 η άνοδος ήταν μόλις 3,4% (έφτασε στο 52,4%). Η βασική αιτία, σύμφωνα με τους ερευνητές του ΙΜΕ, βρίσκεται στις υψηλές χρεώσεις των τραπεζών για τις κάρτες (υπερδιπλάσιες των ευρωπαϊκών) και στη μη καθιέρωση ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού. Σίγουρα όμως, εκτός όσων επιδιώκουν να αποφύγουν το πλαστικό χρήμα, υπάρχουν κι εκείνοι που αναζητούν... άδηλους πόρους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ