Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Το μίσος ως δύναμη της πολιτικής ζωής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Δ​​εν ρώτησα σε ποια περιοχή ήταν το σπίτι, αλλά από τη σύνθεση της παρέας και τον χαρακτήρα του περιστατικού το φαντάζομαι κάπου στο Ψυχικό – άντε, στη χειρότερη, στο Κολωνάκι. Δείπνο με καλεσμένους μιας συγκεκριμένης κατηγορίας: μορφωμένους και ευκατάστατους, με πνευματικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Δείπνο του είδους στο οποίο η συζήτηση έχει τη βαρύτητα και το φαγητό είναι το πρόσχημα – εκτός αν είναι απαίσιο και δεν τρώγεται. Μία κυρία την οποία θα λέγαμε διανοουμένη (λίγο συγγραφέας, λίγο κριτικός, λίγο αριστερή, μια δροσερή φρουτοσαλάτα με λίγο απ’ όλα...) άρχισε να καταφέρεται εναντίον των Εβραίων. Οχι με τον γνωστό και παρωχημένο τρόπο, αλλά με την οπτική ενός νέου είδους, ύπουλου αντισημιτισμού, που συνδέεται με το Παλαιστινιακό και τον οποίο η σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά συχνά υιοθετεί με τον λόγο της, όπως ο Κόρμπιν στη Βρετανία.

Ενας εκ των συνδαιτυμόνων, που δεν άντεχε περισσότερο να την ακούει, στρέφεται ξαφνικά στη γυναίκα του και αρχίζει, εις επήκοον όλων, να δικαιολογείται με φράσεις από τις οποίες όλοι οι υπόλοιποι στο τραπέζι καταλαβαίνουν αμέσως ότι η σύζυγος του ταραγμένου κυρίου είναι Εβραία. Επρεπε να βλέπατε, μου λένε, τη φρουτοσαλάτα μαδημένη, να τα μαζεύει, να δικαιολογείται κ.λπ. Στην πραγματικότητα, η σύζυγος του κυρίου δεν ήταν Εβραία· ήταν ένα τέχνασμα για να το βουλώσει η φρουτοσαλάτα. Οπως και συνέβη· διότι το αληθινό μέτρο της σοβαρότητας των απόψεων και των πεποιθήσεών μας είναι η δυνατότητά μας να τις υποστηρίξουμε κατά πρόσωπο έναντι εκείνων που ενδεχομένως θίγονται από αυτές – αυτό που οι Αμερικανοί θα έλεγαν «confrontation».

Η επίγνωση της αξίας αυτής της διαδικασίας είναι μια μορφή αυτοελέγχου για τον καθένα μας. Πάρτε το παράδειγμα του καφενείου, δηλαδή του δημόσιου χώρου γενικώς. Ο καθένας μας μπορεί να σκέπτεται και να αισθάνεται κακίες· είναι στη φύση μας. Οταν όμως μέσα στο καφενείο εκφράσεις δημοσίως, ας πούμε, μια ανατριχιαστικής χυδαιότητας κατάρα για έναν πολιτικό τον οποίο μισείς, επειδή ακούς στις ειδήσεις ότι είναι άρρωστος, είναι πολύ πιθανό ότι κάποιος θα αντιδράσει και αυτό έχει πάντα κόστος. Αυτός είναι ο λόγος που, ενώ όλοι σκεπτόμαστε κακίες, σπανίως συμβαίνει να τις φωνάζουμε.

Αυτή η δυνατότητα αυτοελέγχου αποδυναμώνεται με το Ιντερνετ. Το συνειδητοποίησα με αφορμή την ασύλληπτης κακίας επίθεση εναντίον του Σταύρου Θεοδωράκη, μέσω των social media, λόγω της πρόσφατης εγχείρησης στην οποία υποβλήθηκε για αφαίρεση καρκίνου στον προστάτη. Δεν μου αρέσει, αλλά μπορώ να καταλάβω την «ποδοσφαιρική» διάσταση της κακίας: να χλευάσεις ή να βρίσεις τον μισητό αντίπαλο όταν έχει χάσει στο παιχνίδι. Αλλά να κάνεις το ίδιο για ένα τόσο σοβαρό θέμα υγείας, μου είναι αδιανόητο. Δείχνει ότι εκείνος που το κάνει, τη στιγμή που το κάνει, έχει χάσει και αυτόν τον στοιχειώδη σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή, που τον επιβάλλει η κοινή μοίρα του θανάτου. Για να το πω απλά, αν δεν έχει γίνει εντελώς ζώον, στην πυραμίδα της δημιουργίας έχει σίγουρα υποχωρήσει προς το ζώον.

Η σχετική ανωνυμία και η απόσταση του Ιντερνετ απενοχοποιεί αυτές τις φωνές και η δυνατότητα συσπείρωσης που παρέχει στους χρήστες του τις κάνει να ενώνονται και να γίνονται κομμάτι της πραγματικότητας, που επιδρά στη μορφή της. Δεν είναι μόνον οι συνθήκες που παράγουν πρωτογενώς το μίσος, που έχει γίνει η βουβή και υπόγεια δύναμη στην πολιτική ζωή της χώρας· είναι και η δυνατότητα που του παρέχει το Ιντερνετ για να οργανωθεί και να αποκτήσει υπόσταση. Θυμηθείτε πριν από 25 χρόνια τον Λεβέντη, από το κανάλι του, να καταριέται τον Μητσοτάκη με καρκίνο. Ηταν πραγματικό το μίσος του Λεβέντη, αλλά για διαφόρους λόγους που δεν είναι της παρούσης έβγαινε ως γελοιότητα. Το βλέπαμε και γελούσαμε, το βλέπουμε ακόμη στο YouTube και γελάμε. Σήμερα, ο Λεβέντης ποζάρει ως υποψήφιο μέλος του κατεστημένου, η δε Ραχήλ Μακρή ίσως –ποτέ δεν ξέρεις– να πάρει κάποτε σύνταξη βουλευτίνας...

ΥΓ.: Σιδερένιος, Σταύρο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ