ΘΕΑΤΡΟ

Προθέσεις που δεν καρποφόρησαν

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από την παράσταση «Greek Freek / All star game».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΣΙΜΟΣ ΚΑΚΑΛΑΣ
Greek Freek / All star game
σκηνοθ.: Σίμος Κακάλας
θέατρο: Ολύμπια

RENE POLLESCH
Σ’ αγαπώ, αλλά επέλεξα
την αποδραματοποίηση
σκηνοθ.: Ρενέ Πόλες
θέατρο: Πειραιώς 260 / Φεστιβάλ Αθηνών

ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
Ο παίκτης
σκηνοθ.: Φρανκ Κάστορφ
θέατρο: Πειραιώς 260 / Φεστιβάλ Αθηνών

Προσήλθα απροετοίμαστη στην παράσταση του Σίμου Κακάλα όχι για το «ροκ βαριετέ» που θα έβλεπα ούτε για το «ακατάλληλο», για το οποίο είχαμε (γραπτώς!) ειδοποιηθεί, αλλά για την απουσία της αυθεντικότητας μιας «Γκόλφως» ή ενός «Βαφτιστικού» και για τα εκκωφαντικά ντεσιμπέλ της ζωντανής μουσικής στην παραπονεμένη αίθουσα της Λυρικής. Τέσσερις θέσεις άλλαξα προκειμένου ν’ αντιμετωπίσω τη ναυτία που μου προκαλούσαν οι ενισχυτές της κομιξ-μασκοφόρου ορχήστρας που έδινε τα ρέστα της στην «ποδιά» της σκηνής. Σκηνής ελάχιστης, με μαύρη κουρτίνα, νοσταλγικά διακοσμημένη μπούκα, και πασαρέλα προς το κοινό, σε στυλ 19ου αιώνα (Αντώνης Δαγκλίδης). Η αναζήτηση ηχοπροστασίας μού πρόσφερε βέβαια μια τετραπλή παρακολούθηση των αντιδράσεων του κοινού.

Είχε απ’ όλα ο σκηνοθετικοσυγγραφικός μπαξές του Κακάλα: Καρναβαλικά, τοπικοπαραδοσιακά, επιθεωρησιακά, μπουλουξίδικα, νούτικα, πρωινάδικα, πορνοειδή, εξιμπισιονιστικά, γαστρονομικά, μεταδραματικά στοιχεία και στοιχειά. Βαριετέ σημαίνει άλλωστε θέατρο ποικιλιών. Τι πιο κατάλληλο για το πολιτιστικό, κοινωνικό, πολιτικό, σεξουαλικό, μιντιακό, λαϊφσταϊλικό μας σύμπαν, που ήθελε καταγγελτικοσαρκαστικά να παρουσιάσει από σημερινή οπτική ο εξαιρετικός, φουστανελοφόρος κονφερασιέ, άνισος κειμενογράφος, αμετροεπής (εδώ) σκηνοθέτης με τον επταμελή του θίασο; Και τι πιο ευφυές κι εξασφαλιστικό για κάθε αρρυθμία, προχειρότητα, φτήνια, αγαρμποσύνη, ατεχνία του μεταεπιθεωρησιακού συνονθυλεύματος, ο αυτοπροσδιορισμός του «αυτοσαρκαστικού και αυτοαναφορικού» μαζί με το εύρημα ενός μπουλουκιού που ανεβάζει όπως-όπως βαριετέ ΣΤΟ Φεστιβάλ;

Σίγουρα μπορούσες ν’ απομονώσεις προθέσεις, δαιμόνια ίχνη κι ευρήματα ενός ανήσυχου και οραματικού καλλιτέχνη, αλλά το εγχείρημα ολόκληρο ξέφευγε από τις ράγες σαρκασμού και σάτιρας παρασυρόμενο το ίδιο στα χωράφια της ευτέλειας. Εύκολο το ευφυολόγημα αν: εδώ σατιρίζεται η ευτέλεια ή εξευτελίζεται η σάτιρα.

Η απουσία συλλογικής ανταπόκρισης του κοινού ήταν χαρακτηριστική σε τέσσερα διαφορετικά σημεία του θεάτρου στις 12/6 που είδα την παράσταση, αν και άφησαν διαπιστευτήρια του ταλέντου τους, εκτός από τον ίδιο ως ηθοποιό, οι: Claire Bracewell (κοστούμια), Μάρθα Φωκά και Jonathan Becker (μάσκες), Περικλής Μαθιέλλης (φωτισμοί), Φωκάς Ευαγγελινός (χορογραφίες), Χρίστος Θεοδώρου (ενορχήστρωση, πιάνο, κ.ά.), έξι ακόμα ηθοποιοί (Κούζα, Βαλάσογλου, Μωραΐτης, Λόξας, Γρηγοριάδης, Μαυρίδου) και τρεις ακόμα μουσικοί (Γιαμοπούλου, Αρβανίτης, Παρασκευαΐδης).

Ενα ακόμη ευφυολόγημα - ερώτημα για το μπες-βγες κινηματοθέατρο που μας σερβίρισε ο τρομερός Πόλες της Φολκσμπίνε μέσα κι έξω από τα βαγόνια του τροχήλατου Road Schau, θα ήταν, αν η ενενηντάλεπτη, εγκεφαλικο-αναρχική προσπάθεια νεανικής –κυρίως– ψυχαγωγίας ήταν: μια διανοούμενη όψη του τετριμμένου ή μια «τετριμμενοποίηση» της διάνοιας;

Ο,τι κι αν ήταν, πάντως, αυτή η ακατάπαυστη πάρλα, η διαρκής κινηματογράφηση –χάριν της αλληλεπίδρασης των τεχνών φαντάζομαι– οι διαρκώς διακοπτόμενοι, κρεμάμενοι διάλογοι (για σχέσεις που τελειώνουν ή σώζονται, σχέδια νυχτερινών εξόδων, αγορά φούντας, χριστιανισμό, καπιταλισμό, υπαρξιακές αγωνίες ζωής, έρωτα, θανάτου), οι ανερμάτιστοι μονόλογοι, θολοί από κουλτούρα αλλά κυρίως από φούντες, τζούρες, ναργιλέδες και συναφή, θέατρο αρτιμελές, δεν ήταν. Είχε την αναπηρία του.

Η αποδραματοποίηση στη Φολκσμπίνε έχει τόσο προχωρήσει, που κανέναν δεν ενδιαφέρει πια πάνω σε τι μιλάει, γελάει, τσακώνεται, φιλοσοφεί, βρίζει, ρητορεύει το «θεατρικό προσωπικό» της. Πανομοιότυποι υποκριτικοί κώδικες περνούν από τον έναν σκηνοθέτη στον άλλο, από το ένα «έργο» στο άλλο. Εμφανής η απουσία συναισθήματος στη θέση του οποίου μπαίνουν: εντάσεις, ορμή, δυνάμεις του ηθοποιού-οργάνου, επιτήδευση εξάψεων ή εξωφρενισμών όπως στην περίπτωση του Ντοστογιεφσκικού «Παίκτη» σε πεντάωρη σκηνοθεσία από τον απερχόμενο (μετά 25 έτη) διευθυντή της και σκαπανέα του μεταδραματικού θεάτρου, Φρανκ Κάστορφ.

Στο πρώτο μέρος (στο δεύτερο δεν άντεξα, αποχώρησα κι εγώ), ο σκηνοθέτης παρουσίασε τον πρωταγωνιστή Αλεξέι (Alexander Scheer) ως νευρόσπαστο που πέφτει και σηκώνεται μαζί με πολυθρόνες που διαρκώς αναποδογυρίζει, θεωρώντας πως έτσι γελοιοποιούμενος, παραπέμπει στον ίδιο τον Ντοστογιέφσκι με το αγωνιώδες πάθος του για έρωτα και τζόγο και τα πάθη από τις επιληπτικές του κρίσεις. Πρόλαβα μία και μοναδική στιγμή (κινηματογραφημένη κι αυτή) όπου ο απελπισμένος ήρωας μιλάει με την αγαπημένη του Πολίνα (Kathrin Angerer) και αναρωτήθηκα γιατί από τα 130 ακατάληπτα, υπερκινητικά ή πεθαμένα λεπτά με άφησαν μόνον 4-5 να χαρώ την υποκριτική τους δεινότητα.

Δεν ξέρω τελικά αν το αφιέρωμα στη βερολινέζικη Φολκσμπίνε πρόσφερε υπηρεσίες στο δικό μας θέατρο ή αντίθετα, «νομοθέτησε» υπέρ εκείνων που πιθηκίζοντας ατάλαντα τη νεο-γερμανική απο-θεατροποίηση προσπαθούν να επιβληθούν ως γηγενής πρωτοπορία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ