Γιώργος Π. Τερζής ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

Δυσανεξία στη διάκριση εξουσιών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​πό την πρώτη του κυβέρνηση, ο κ. Αλ. Τσίπρας επιδίωξε να αποκτήσει διαύλους με το δικαστικό σώμα. Πέραν των επιλογών του για το υπουργικό συμβούλιο, η πορεία των πραγμάτων έδειξε ότι η προσπάθειά του καρποφόρησε. Επί παραδείγματι, αξιολογήθηκε ότι η απελθούσα πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Βασιλική Θάνου αποτελεί πρόσωπο εμπιστοσύνης ώστε να της ανατεθεί, άμα τη συνταξιοδότησή της, ο ρόλος της επικεφαλής του Νομικού Γραφείου του Μαξίμου. Πρόκειται για μια πολιτική θέση που προϋποθέτει αμοιβαία εμπιστοσύνη και εκτίμηση.

Εκτίμηση, που ο κ. Τσίπρας και τα στελέχη της κυβέρνησής του μάλλον δεν τρέφουν για τους υπόλοιπους δικαστικούς λειτουργούς. Με πρωτεργάτη τον κ. Παύλο Πολάκη, άξιους συμπαραστάτες τους αρμόδιους για τη Δικαιοσύνη υπουργούς Στ. Κοντονή και Δημ. Παπαγγελόπουλο και, τελικά, το ίδιο το Μαξίμου, οι βολές κατά δικαστών είναι καθημερινές.

Ακόμη κι αν δεχθείς τη δημόσια κριτική δικαστικών αποφάσεων, όπως τελευταία αυτή για τη μη αποφυλάκιση της 29χρονης Ηριάννας, συνιστά μείζον ζήτημα. Ο κ. Κοντονής, σε συνέντευξή του υποστήριξε ότι όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα κριτικής. Είναι όμως άλλης τάξης ζήτημα όταν αυτή η κριτική προέρχεται από τον αρμόδιο επί της Δικαιοσύνης υπουργό, ο οποίος τη μία φορά επιλέγει να φορέσει το «καπέλο» τού καταγγέλλοντος βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και την άλλη, με το «καπέλο» του υπουργού, να συνομιλεί με όσους έχει επικρίνει.

Κι αυτό, όμως, μοιάζει πταίσμα μπροστά στη συνειδητή, όπως φαίνεται, προσπάθεια της κυβέρνησης να καταστήσει τη Δικαιοσύνη πολιτικό της αντίπαλο. «Μπορεί μεν στην κυβέρνηση να είναι η Αριστερά αλλά τα νήματα κινεί το σύστημα του παρελθόντος» είναι η φράση που ακούγεται. Μόνον έτσι, άλλωστε, ερμηνεύεται η προ ημερών αναφορά του ίδιου του πρωθυπουργού ότι «εμείς οι αστοιχείωτοι καταφέρνουμε και ξεπερνάμε πολλές φορές, ακόμα και θεσμικά εμπόδια, αυτών που έχουν ιδιαίτερη στοιχείωση και να μας στήνουν τέτοια εμπόδια».

Προφανώς, η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τον τρόπο που όλοι θα θέλαμε. Αδιαμφισβήτητα πολλές από τις αποφάσεις της εγείρουν ερωτήματα για την επάρκεια όσων έκριναν και άλλες προκαλούν δυσάρεστους συνειρμούς περί σκοπιμοτήτων. Αντί να αντιδικεί, η κυβέρνηση έχει επιλογές: Εάν οι νόμοι πάσχουν, ας τους αλλάξει. Εάν οι λειτουργοί της Θέμιδος είναι ελεγχόμενοι, ας προκαλέσει την κάθαρση. Εάν οι ρυθμοί της Δικαιοσύνης είναι αργοί (που είναι, στα όρια της αρνησιδικίας), ας αναζητήσει τρόπους επιτάχυνσης. Επαΐοντες διαθέτει, πλέον, στο δυναμικό της.

Η πολεμική έναντι της Δικαιοσύνης συλλήβδην και, κυρίως, η άμεση στοχοποίηση δικαστικών λειτουργών αποτελεί μία, εκτός ορίων, επικίνδυνη επιλογή. Οχι μόνον γιατί συμβάλει στην καταρράκωση των θεσμών αλλά και διότι, καλλιεργώντας κλίμα πιέσεων και «δίκαιης αγανάκτησης», δημιουργεί νομιμοποιητική βάση σε κάθε μορφής αντίδραση και εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο τους ίδιους τους δικαστικούς λειτουργούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η δυσανεξία της κυβέρνησης έναντι της διάκρισης των εξουσιών είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, ειδικά εάν δεν εκπορεύεται από μικροπολιτικούς υπολογισμούς αλλά από την, τελική, της βούληση να διαμορφώσει ένα απολύτως ελεγχόμενο πολιτικό και δικαστικό σύστημα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ