Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Η παλιά Μύκονος που δεν ξέραμε

Κύριε διευθυντά
Με αφορμή το άρθρο της τελευταίας σελίδας της εφημερίδας (8/8) του εξαίρετου συντάκτη σας κ. Δημήτρη Αθηνάκη, με θέμα «Οι απόκρυφες πλευρές της Μυκόνου», να μου επιτρέψετε ένα πάρα πολύ μικρό σχόλιο.
Η Μύκονος έχει απεμπολήσει, συμβιβαζόμενη, την κυκλαδική παράδοση, σε όλες της τις μορφές εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες. Η εποχή που ζούσαν οι άνθρωποί της μόνο από τη γη του νησιού και την εξαγωγή των αμπελοφάσουλων ή μπάμιας τελείωσε στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ενώ στη διάρκεια της δικτατορίας άδειασαν και τα θυρωρεία της Αχαρνών κι αλλού, επιστρέφοντας μαζί με τους συντοπίτες τους οικοδόμους στο νησί. Από εκεί και πέρα ας μην ψάχνουμε και σκαλίζουμε τίποτα άλλο και ας ευχηθούμε μόνο στον φωτογράφο κ. Βασ. Βρεττό και τον αγαπητό κ. δήμαρχο καλή επιτυχία στην πρωτοβουλία.

Ως ένας εκ των παλαιότερων ανθρώπων του υψηλού θαλάσσιου τουρισμού, θα ήθελα να επισημάνω πως η Μύκονος δεν κατόρθωσε ποτέ να γίνει Ιμπιζα, με τις 16 μαρίνες ελλιμενισμού, και ακόμη ούτε Σεν Τροπέ ή Κάπρι.

Πυθαγορας Κοσιβας

Η προστασία ΑΕΙ είναι κοινή ευθύνη

Κύριε διευθυντά
Σχετικά με τον νόμο που εψηφίσθη στη Βουλή στις 2/8/2017 και ο οποίος αφορά τα ΑΕΙ και ειδικότερα την παράγραφο αναφερόμενη στο «πανεπιστημιακό άσυλο», έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα:
Το άρθρο 16 του Συντάγματος θεωρεί ότι τα ΑΕΙ είναι ΝΠΔΔ και πουθενά δεν αναφέρεται ο όρος «πανεπιστημιακό άσυλο» και μάλιστα σε ολόκληρο το Σύνταγμα. Για πρώτη φορά εισήχθη ο όρος στον νόμο-πλαίσιο για τα ΑΕΙ το 1982. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις που άλλαζαν τον νόμο για τα ΑΕΙ επί υπουργών Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, διατήρησαν τον όρο του «πανεπιστημιακού ασύλου» με ορισμένες διαφορές μεταξύ τους.
Στο προαναφερθέν άρθρο του Συντάγματος αναφέρεται ρητά και κατηγορηματικά «η πλήρης αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ». Ως εκ τούτου, η φύλαξη και η προστασία των ΑΕΙ επαφίενται στα πανεπιστημιακά όργανα εκάστου ιδρύματος.

Ως εκ τούτου, τα ιδρύματα, μέσω της πολιτείας, οφείλουν να τα προστατεύσουν. Δυστυχώς, εδώ υπάρχει μονόδρομος. Μόνον με την έντονη αστυνομική παρουσία, επί 24ώρου βάσεως, εντός των ιδρυμάτων δύναται να επιτευχθεί αυτό. Η δε Αστυνομία οφείλει να συλλαμβάνει όποιον ή όποιους προβαίνουν σε παράνομες πράξεις, κατά την κρίση της, και να τους παραπέμπει κατευθείαν στον εισαγγελέα για τα περαιτέρω και όχι στις πρυτανικές αρχές, οι οποίες και θα ενημερώνονται.

Στα πανεπιστήμια άλλο είναι η «ελεύθερη διακίνηση ιδεών» και άλλο «η ελεύθερη διακίνηση ναρκωτικών».

Η παράγραφος του νόμου για το «πανεπιστημιακό άσυλο» προσβάλλεται στο ΣτΕ από τους ενδιαφερομένους ή τους έχοντας έννομο συμφέρον, καθότι η κυβέρνηση δεν έχει συνταγματική κάλυψη για να νομοθετήσει επ’ αυτού. Μόνον τα ιδρύματα έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την πολιτεία την προστασία τους μέσω της Αστυνομίας, και η πολιτεία είναι υποχρεωμένη άμεσα να το πράξει. Δεν θα πρέπει τα ΑΕΙ να σταθούν σε ορισμένες δικονομικές λεπτομέρειες.

Ι. Θ. Χαϊνης, Ομ. καθηγητής Ε.Μ. Πολυτεχνείου

Δεν έγινε έφοδος στο Αχίλλειον

Κύριε διευθυντά
Αναγνώστης εδώ και περίπου 55 χρόνια της έγκριτης εφημερίδας σας, έχω τη συνήθεια κάπου κάπου να εντρυφώ σε παλαιότερα φύλλα για διάφορους λόγους. Ετσι συνέβη κατά την επανάγνωση της «Καθημερινής» της 3-3-2017, όπου έκπληκτος διάβασα στη στήλη «Γράμματα Αναγνωστών» (σελ. 10) επιστολή του κ. Χάρη Χαραλαμπίδη, τέως προέδρου του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών, την οποίαν δεν είχα προσέξει κατά την πρώτην ανάγνωση της εφημερίδας. Της έχει δοθεί ο τίτλος: Καταστροφές «ιστορική αδεία;»

Μιλάει ο κ. Χαραλαμπίδης για τον σεβασμό στα μνημεία που επιδεικνύουν σε άλλες χώρες της Ευρώπης, σε αντίθεση με εμάς στην Ελλάδα, και συνεχίζει γράφων:

«Τώρα έρχομαι να θυμίσω τη λυσσαλέα έφοδο και τις καταστροφές στο παλάτι του Αχιλλείου της Κέρκυρας από ένα μέρος του λαού του νησιού, με επικεφαλής έναν παλιό υπουργό, διαδηλώνοντας και ωρυόμενοι ότι αυτό είναι κτήμα του λαού και όχι των βασιλέων, άρα να καταστραφεί». Κάτι τέτοιο, όμως, ουδέποτε συνέβη. Πρόκειται περί πρωτοφανούς ψεύδους.

Ιωαννης Γ. Κουρκουλος, σ. Δικηγόρος - πρώην δήμαρχος Κερκυραίων, Κέρκυρα

«Πυκνότατο» το εγγύς μέλλον

Κύριε διευθυντά
Το γεγονός ότι μεσολαβούν δύο χρόνια μέχρι τις επόμενες εκλογές δεν πρέπει να θεωρείται πρόβλημα για την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, καθώς σε αυτό το χρονικό διάστημα είναι πολύ πιθανό η κυβέρνηση να οδηγηθεί (δυστυχώς) σε ένα ακόμα μνημόνιο, καθώς και σε μεταρρυθμίσεις (αλλαγή συνδικαλιστικού νόμου κ.λπ.) που δύσκολα η σημερινή αντιπολίτευση ως κυβέρνηση θα μπορούσε να περάσει. Συνεπώς, η φθορά της κυβέρνησης και των στελεχών της, σε σχέση με το κέρδος που τους επιφυλάσσει η διαχείριση της εξουσίας, θα είναι λογικά μεγαλύτερη. Στο ίδιο χρονικό διάστημα μέχρι τις εκλογές, θα λάβουν χώρα επίσης οι αναγκαίες διεργασίες στην Κεντροαριστερά, καθώς και οι διαδικασίες συμμετοχής νέων στελεχών στη Ν.Δ. με τη δημιουργία ξεκάθαρου τοπίου, ώστε η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση να οδηγηθεί –από αυτήν την πλευρά τουλάχιστον– στις εκλογές του 2019 απολύτως έτοιμη. Επίσης σε επίπεδο κοινοβουλευτικής διαδικασίας, η αντιπολίτευση έχει δείξει να έχει μία αρκετά σταθερή θέση, με την έννοια ότι δεν είναι αρνητική σε όλα, υπερψηφίζει νομοσχέδια, τα οποία θα περιλαμβάνονταν και στο δικό της κυβερνητικό πρόγραμμα και τα στελέχη της εμφανίζονται διαβασμένα στις διάφορες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα να μην έρχεται σε δύσκολη θέση. Στο πλαίσιο αυτό, ίσως το δυσκολότερο ζήτημα που έχει να αντιμετωπίσει η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση είναι το πώς θα διαχειριστεί τη «διχαστική» στάση της κυβέρνησης. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση (βλ. στο πρόσφατο παρελθόν «ή αυτοί ή εμείς») φαίνεται να στηρίζεται σε ένα «παιχνίδι διχασμού». «Διχασμού» προφανώς όχι μεταξύ παλιού και καινούργιου (αυτή τη διάκριση αρχίζει να την εγκαταλείπει και η κυβέρνηση), ούτε πολύ περισσότερο μεταξύ δεξιών και αριστερών ή «συντηρητικών με νεοφιλελεύθερο πρόσημο» και «προοδευτικών με κοινωνικό πρόσημο». Ο κ. Νίκος Κωνσταντάρας («Το κυνήγι μαγισσών έχει όνομα», 4.8.2017) βρίσκει ένα ρήγμα στην κοινωνία μεταξύ όσων αγωνιούν για το μέλλον της χώρας και ενός ετερόκλητου πλήθους αγανακτισμένων και κυνικών, ενωμένου από το πάθος του να αποποιηθεί ευθύνες για το παρελθόν και το παρόν. Πράγματι το ρήγμα αυτό υπάρχει. Αλλά δεν νομίζω ότι ενυπάρχει «διχασμός» μεταξύ αυτών. Μήπως λοιπόν η κυβέρνηση δεν είναι ικανή να προκαλέσει ούτε ιδεολογικό ούτε πραγματικό «διχασμό», και αυτό που κάνει είναι να εκμεταλλεύεται όσα περιγράφει η κ. Τασούλα Καραϊσκάκη στο «Περίσσευμα κακεντρέχειας» (30.7.2017),  δηλ. μεταξύ άλλων «ανασφάλεια, φόβο, στέρηση, κόπωση, τραυματισμένο εγώ, ηθική κατάρρευση, από ένα κράμα αισθημάτων μαζί υπεροψίας και μειονεξίας». Και εάν είναι έτσι, θα αναρωτηθεί κάποιος: τι να κάνει η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση; Να παίξει τον ρόλο του ψυχολόγου; Προφανώς όχι, δεν μπορεί. Ισως όμως να κάνει ένα ή και περισσότερα βήματα πίσω στην καθημερινή και μάλλον επιδιωκόμενη από την κυβέρνηση αντιπαράθεση, καταγράφοντάς το όμως ρητά. Να παρατηρήσει λίγο καλύτερα την κοινωνία και κυρίως να την απαλλάξει ή ακόμα και να της στερήσει τον τεχνητό «διχασμό». Ολα αυτά για την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, που φαίνεται να έχει αποφασίσει να κρατήσει την πολιτική ορθότητα, που επικαλέστηκε και ο περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδος σε πρόσφατη ομιλία του παρουσία του πρωθυπουργού. Για την εξωκοινοβουλευτική όμως αντιπολίτευση, πιστεύω ότι ταιριάζει περισσότερο η άποψη του κ. Κώστα Ιορδανίδη («Νέα δεδομένα στην πολιτική», 3.8.2017): ο καταγγελτικός λόγος δεν αρκεί, πλέον, υπάρχει ανάγκη νέου αντιπολιτευτικού «λόγου».

Κωνσταντινος Λιβανιος

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ