ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ζωή Λάσκαρη, η πορεία μιας σταρ

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η Ζωή Λάσκαρη, σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, πέθανε χθες από ανακοπή στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη. Ηταν 73 χρόνων. Με την πρώτη της, κιόλας, ταινία «Κατήφορος» του Γιάννη Δαλιανίδη (1961), η Ζωή Λάσκαρη άλλαξε τα δεδομένα στο σινεμά και μεσουράνησε στη μεγάλη οθόνη σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, προτού στραφεί οριστικά στο θέατρο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 1961, το φαινόμενο «Ζωή Λάσκαρη» μπήκε στα ελληνικά σπίτια. Εγινε θέμα συζήτησης, έγινε φαντασίωση, έγινε πρότυπο. Η Ζωή Λάσκαρη, η Σταρ Ελλάς του 1959, με το μετεφηβικό σεξ απίλ, έγινε σταρ μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Με τον «Κατήφορο» του Γιάννη Διαλιανίδη, δίπλα σε ηθοποιούς που έγιναν και εκείνοι αστέρες της «χρυσής εποχής», όπως ο Νίκος Κούρκουλος, ο Κώστας Βουτσάς ή ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης, η Ζωή Λάσκαρη συμβόλισε μια αλλαγή στη στροφή. Συμβόλισε το τέλος μιας Ελλάδας που γλιστρούσε στο χθες, και την ανατολή μιας Ελλάδας που υποσχόταν κάτι καλύτερο.

Ο θάνατος της Ζωής Λάσκαρη, χθες το πρωί, στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη, από ανακοπή, σκόρπισε θλίψη και τη βρήκε σε μια περίοδο που ετοίμαζε τα σχέδιά της για την προσεχή θεατρική περίοδο. Επρόκειτο να συνεργαστεί με τον σκηνοθέτη Αντώνη Λουδάρο στο έργο του Γιώργου Γιαννακόπουλου «Δουλειές με φούντες». Η Ζωή Λάσκαρη, αφοσιωμένη στο θέατρο τις τελευταίες δεκαετίες, με πολλές επιτυχημένες παραγωγές και λαμπρές συνεργασίες, μένει στη μνήμη του ελληνικού κοινού ως ένα σύμβολο ομορφιάς που ανανέωσε όχι μόνο τη θεματολογία και το ύφος του ελληνικού κινηματογράφου στα χρόνια της ακμής του αλλά και την εικόνα της Ελληνίδας. Υπήρξε αυθεντική και τολμηρή, μία σταρ την εποχή του σκληρού ανταγωνισμού, την εποχή που πολλές άλλες σταρ μεσουρανούσαν επίσης και που ένα εξώφυλλο περιοδικού μπορούσε να ανεβάσει τις πωλήσεις κατά χιλιάδες.

Η Ζωή Λάσκαρη διατήρησε ώς το τέλος την αυτονομία της σε σχέση με τα πρότυπα ομορφιάς στο σταρ σίστεμ. Το star quality που διέθετε ήταν ολοφάνερο και ξεχείλιζε σε κάθε της κίνηση, ο τρόπος που κοιτούσε τον φακό έφερνε κάτι πρωτόγνωρο στο σινεμά, εντελώς διαφορετικό από τις άλλες σταρ της εποχής, τις «παλαιότερες», Αλίκη Βουγιουκλάκη και Τζένη Καρέζη, το σώμα της με τις άψογες αναλογίες ήταν η επιτομή της θηλυκότητας. Η Λάσκαρη είχε νιάτα και ομορφιά και ταλέντο, αλλά ταυτόχρονα η εικόνα που εξέπεμπε ήταν ανοικτή σε αναγνώσεις. Είχε σκιές, ερωτισμό, ραγίσματα πίσω και πέρα από την εικόνα της λαμπρής σταρ.

Για το πλατύ κοινό, η Ζωή Λάσκαρη σφράγισε την εικόνα των ελληνικών ’60s, τόσο στις αρχές της δεκαετίας όσο και στο τέλος, όταν τραγουδώντας το «Crazy Girl» στις «Θαλασσιές τις χάντρες» έδωσε μία άλλη οπτική στην ελληνική ποπ κουλτούρα.

Η ευκολία με την οποία υιοθετούσε το ύφος κάθε εποχής της έδωσε μακροβιότητα στην οθόνη αρχικά και αργότερα στο θέατρο, όπου με το «Μαριχουάνα Στοπ» το 1970 ανανέωσε την εικόνα της χωρίς να διαταράξει τη σχέση της με το κοινό. Ηταν συνώνυμη με τη χαρά της ζωής, τον έρωτα, την ανεξάρτητη γυναίκα, το μέλλον και το φως. Ταυτόχρονα, η σκοτεινή πλευρά της, που έδειξε σε πολλές θεατρικές ερμηνείες της, επιβεβαίωνε όχι μόνο τη δυνατότητα προσαρμογής σε διαφορετικές απαιτήσεις αλλά και την επιθυμία να θρυμματίζει κάθε προβλέψιμη εικόνα. Υπήρξε σταρ από την αρχή ώς το τέλος, δημοφιλής πάντα, αγαπητή, επαγγελματίας και καινοτόμος.

Η Ζωή Λάσκαρη μένει ως σύμβολο μιας Ελλάδας που φεύγει και αυτή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ