ΕΛΛΑΔΑ

Η επιστροφή του μαθητή

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο κ. Χρήστος Πετρόπουλος στη σκάλα που βγαίνει στην εσωτερική αυλή του σχολείου. Στο ίδιο σημείο, πριν από 65 χρόνια, είχε βγει αναμνηστική φωτογραφία. «Δεν είχαμε ταξικές διαφορές. Αγαπιόμασταν. Ακόμη και τώρα συναντιόμαστε οι παλιοί συμμαθητές κάθε μήνα!».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Χωμένο στις φυλλωσιές της οδού Κωλέττη, εκεί που ο δρόμος στενεύει μετά τη Θεμιστοκλέους, είναι το παλιό σχολείο. Στέκει εκεί από τη δεκαετία του ’30 και είναι ένα από εκείνα τα μοντέρνα σχολεία που έφερναν τις νέες παιδαγωγικές αρχές μέσω αρχιτεκτονικής.

Περπατούσα στην καρδιά των Εξαρχείων μαζί με τον κ. Χρήστο Πετρόπουλο, δικηγόρο, στα ίχνη της ίδιας διαδρομής που ο ίδιος ακολουθούσε κάθε απόγευμα πριν από 65 χρόνια. Βήμα βήμα είχαμε ξεκινήσει από τη Σόλωνος και με πλήρη συναίσθηση των πράξεών μας, επιτελούσαμε μία αναπαράσταση την οποία μας είχε εμπνεύσει η Βαρβάκειος Σχολή.

Βαρβακειόπαις ήταν και ο κ. Χρήστος Πετρόπουλος, όχι βεβαίως τυχαίος καθώς η επιστροφή στα σχολικά του χρόνια είχε τον χαρακτήρα της αποθησαύρισης των αναμνήσεων ενός ανθρώπου που κατανοεί την αξία της προσωπικής μαρτυρίας και της μικροϊστορίας.
Αλλά, βεβαίως, όταν έχει κανείς να σταθεί απέναντι σε ένα θραύσμα ιστορίας της Βαρβακείου Σχολής, τότε τα μεγέθη διασαλεύονται και το προσωπικό βίωμα μεγεθύνεται. Το 1946, η Βαρβάκειος σε αναζήτηση στέγης μετά την πυρπόληση του ιστορικού κτιρίου της στην οδό Αθηνάς, εγκαθίσταται στο διδακτήριο του Α΄ και Γ΄ Δημοτικού Σχολείου, στην οδό Κωλέττη. Εκείνη τη χρονιά, το 1946, η οικογένεια του Χρήστου Π. Πετρόπουλου μετακομίζει από την οδό Ιλιάδος στο Παγκράτι στην οδό Σόλωνος 49.
Μνήμες του ’46

«Ημουν οκτώ ετών και θυμάμαι ότι η μετακόμιση είχε γίνει με καρότσι πάνω από τη γέφυρα του Ιλισσού», λέει ο κ. Χρ. Πετρόπουλος. «Διασχίσαμε την Πλατεία Συντάγματος και μέσα στο καρότσι ένιωθα ήρωας θριαμβευτής». Από τον τέταρτο όροφο της μοντέρνας πολυκατοικίας της οδού Σόλωνος 49, θυμάται το «ποτάμι-φωτιά» από τη λαμπαδηφορία του ΚΚΕ με αίτημα την αποχή από τις εκλογές του 1946 και παρότι ήταν μικρό παιδί διατηρεί τη μνήμη από την έξαψη της εποχής.

Περπατάμε στη Σόλωνος. Μαζί μας είναι η κυρία Μαίρη Μπελογιάννη, φιλόλογος της Βαρβακείου και αρχαιολόγος, ο άνθρωπος που έχει πλήρη εποπτεία της ιστορικής διαδρομής του σχολείου και που στην περίπτωση αυτή ήταν ο «μεσάζων», καθώς και η φιλόλογος Εύη Ζερβού-Καλλιακούδη. Mε αφετηρία την οδό Σόλωνος 49 περπατάμε στη διαδρομή που έκανε μαθητής ο κ. Χρήστος Πετρόπουλος. Μένει από τότε στην ίδια μοντερνιστική πολυκατοικία, που όπως μου λέει έχτισε ο μηχανικός Ν. Παπαλεονάρδος. Στα υπόγεια είχε καταφύγια και στο ισόγειο ήταν η κάβα «Νέκταρ», όπου ο Βρετανός πρέσβης κατέφθανε με Ρολς Ρόις για να προμηθευτεί ουίσκι.

Προορισμός μας είναι το σχολείο της οδού Κωλέττη, όπου στεγάζεται πλέον το 35ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, συγκρότημα που είχε σχεδιάσει το 1932 ο αρχιτέκτων Νικόλαος Μητσάκης. Ηταν ένα από τα σχολεία του πρωτοποριακού προγράμματος του τότε υπουργείου Παιδείας επί υπουργίας Γ. Παπανδρέου. «Ερχονται φοιτητές από αρχιτεκτονικές σχολές του εξωτερικού για να το μελετήσουν», μου λέει η κυρία Μαίρη Μπελογιάννη που έχει ερευνήσει όλες τις στάσεις του Βαρβακείου. Γύρω στο 1950 ήταν ακόμη τριώροφο. «Στα μάτια μας φάνταζε τεράστιο», λέει ο κ. Χρήστος Πετρόπουλος, αλλά όταν το είδε ξανά ως ενήλικας πλέον του έκανε εντύπωση πόσο μικρές ήταν οι αίθουσες που στα παιδικά μάτια έμοιαζαν αχανείς.

Κάθε απόγευμα λειτουργούσε η Βαρβάκειος σε αυτό το σχολείο. Τα μαθήματα άρχιζαν στις 2.30 μ.μ και τελείωναν στις 7 μ.μ. «Ξεκινούσα στις 2 μ.μ. Αλλά αργότερα, όταν πήρα αέρα, μπορεί να έφευγα από το σπίτι στις 2.25 μ.μ και έτρεχα όλη τη διαδρομή». Οταν πήγαινε στο σχολείο, έπαιρνε τη Σόλωνος και έστριβε δεξιά τη Ζωοδόχου Πηγής, αλλά όταν επέστρεφε, διάλεγε πάντα την Εμμανουήλ Μπενάκη. Ηταν μία ιεροτελεστία.

Ηταν μεγάλος ο πειρασμός να μη ρωτήσω τον κ. Πετρόπουλο τι υπήρχε σε κάθε σημείο πριν από μισό και πλέον αιώνα, καθώς περπατούσαμε στη Σόλωνος. Μου έκανε εντύπωση η καθαρότητα με την οποία θυμόταν κάθε παλιό σπίτι παρότι, συχνά, η πολυκατοικία που είχε υψωθεί στη θέση του έδειχνε ήδη γηρασμένη. «Απέναντι στο νούμερο 54 της Σόλωνος, υπήρχε ένα διώροφο, που είχε κουρείο, χρωματοπωλείο και κρεοπωλείο. Και εκεί που είναι το γκαράζ, υπήρχε άλλο διώροφο με το φαρμακείο του Τριανταφύλλου».

Περπατάμε προς τον ΟΤΕ (που οικοδομήθηκε αργότερα) και τη Νομική Σχολή (που υπήρχε προπολεμικά). «Ηταν τότε πεντακάθαρη και έλεγα από τότε “εγώ, εδώ θα σπουδάσω”! Στη γωνία με τη Σίνα, υπήρχε ένα μονώροφο κτίσμα, όπου ήταν ο φούρνος του Κόρδα, που άλεθαν το σιτάρι μέσα. Και στο ’60, πιο πίσω, εκεί που ήταν παλιά η Εστία, ήταν και εκεί διώροφο σπίτι, σαν το διπλανό, που σώζεται». Στην άλλη γωνία της Σίνα ήταν το καφενείο της Νομικής με το περίπτερο ακριβώς απέξω. «Εκεί αγοράζαμε τα περιοδικά: το Ελληνόπουλο, το Σινεάκ, τα μικρά τεύχη με τα παραμύθια και τον Καραγκιόζη».

«Ψηφίζω ακόμη στην τάξη μου!»

Προσπαθώ να φέρω στον νου τον κ. Χρήστο Πετρόπουλο ως Βαρβακειόπαιδα. To Πνευματικό Κέντρο ήταν τότε Πολιτικό Νοσοκομείο με μάντρα. Απέναντι προς την Ασκληπιού (όπου σήμερα ένα γκαράζ) σε σχήμα «Γ» υπήρχε η «αυλή των θαυμάτων». Μια εσωτερική αυλή, όπου έμεναν πολλές οικογένειες και που στα μάτια των παιδιών, που εκεί έπαιζαν μπάλα, βώλους και κυνηγητό, φάνταζε παράδεισος. Η αστική γεωγραφία ορίζεται και από τα σπίτια των φίλων ή από τους μαγαζάτορες. Ασκληπιού και Σόλωνος υπήρχε γραφείο κηδειών (προς αποφυγήν), απέναντι από το Χημείο, καφενεία και υπόγεια βιβλιοπωλεία και στη Χαρ. Τρικούπη, ένα «παλαιοβιβλιοπωλείο-θησαυρός».

«Στην οδό Σουλίου, με τα μικρά σπίτια, έμεναν φίλοι από το Δημοτικό και στη γωνία με την Μπενάκη έμενε ο συμμαθητής μου ο Μαυροκέφαλος, με τον οποίον παίζαμε βώλους». Εκεί κοντά έμενε και η «αξέχαστη» Ρουμπίνα. Με το πατίνι μπορούσαν να βγουν ως την Πανεπιστημίου.

Το σχολείο της Κωλέττη γέννησε νέες σελίδες στην ιστορία της Βαρβακείου. Φιλίες μαθητών και καθηγητών.

Ο κ. Πετρόπουλος ξεχωρίζει την προσωπικότητα του Αλέξανδρου Γ. Σαρή, που έκανε αρχαία, νέα και έκθεση. Ηταν καθηγητής εκεί από το 1907! Μαζί του έχτισε μία σχέση διά βίου μαθητείας και γι’ αυτόν τον σπάνιο διανοούμενο έγραψε το βιβλίο (αυτοέκδοση) «Ο δάσκαλός μου Αλέξανδρος Γ. Σαρής» (2005).

Θραύσματα μνήμης συνθέτουν έναν νέο καμβά καθώς πλησιάζουμε στο σχολείο. Είναι απόγευμα και το σχολείο είναι άδειο. Μας επιτρέπουν την είσοδο αφού εξηγούμε πως ο κύριος που μας ξεναγεί φοιτούσε σε αυτό εδώ το σχολείο. Υπάρχει το ίδιο κυπαρίσσι, αλλά και ένα δέντρο μεγάλο πια, που τότε «ήταν δεντράκι». Η περιήγηση στην αυλή φέρνει αναμνήσεις όπως τον λόγο που είχε βγάλει ο μαθηματικός Πέτρος Τόγκας στους τελειόφοιτους. Είχαν όλοι δακρύσει. Βλέπουμε τη μεγάλη σκάλα, εκεί φωτογραφιζόμαστε, φανταζόμαστε και πάλι την αυλή γεμάτη παιδιά. «Δεν είχαμε ταξικές διαφορές», λέει ο κ. Χρήστος Πετρόπουλος. «Ολα τα αφήναμε απέξω. Αγαπιόμασταν. Και ακόμη και τώρα συναντιόμαστε οι παλιοί συμμαθητές κάθε μήνα!».

Τότε η αυλή ήταν χωμάτινη, αλλά αν εξαιρέσει κανείς την κλίμακα μεγέθους, δεν έχουν αλλάξει πολλά, εκτός από την πόλη ολόγυρα. «Είναι καταπληκτικό ότι ψηφίζω ακόμη στην τάξη μου». Εκεί χωρίζουμε, αλλά φαντάζομαι τον μικρό Χρήστο να παίρνει τον δρόμο της επιστροφής, αυτήν τη φορά από την Εμμανουήλ Μπενάκη προς την οδό Σόλωνος, πάντα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ