ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι δύο πρώτες καταδίκες της VW στην Ελλάδα για το «Ντίζελγκεϊτ»

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Η υπόθεση παραποίησης του λογισμικού μέτρησης εκπομπής ρύπων σε συγκεκριμένα μοντέλα που κατασκευάστηκαν από τον όμιλο της Volkswagen την περίοδο από το 2009 έως και το 2015 αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά σκάνδαλα (σκάνδαλο «Ντίζελγκεϊτ»).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι πρώτες καταδικαστικές αποφάσεις κατά της Volkswagen για το σκάνδαλο παραποίησης του λογισμικού εκπομπών ρύπων, που αναγνωρίζουν την αξίωση του καταναλωτή σε αποζημίωση, εκδόθηκαν την περασμένη εβδομάδα από το Ειρηνοδικείο Αθηνών. Οι δύο αποφάσεις δικαιώνουν τους κατόχους αυτοκινήτων Volkswagen, κάνοντας δεκτό:

• στην πρώτη περίπτωση (απόφαση 5285/2017) το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση αγοράς του αυτοκινήτου και επιστροφής από τον αντιπρόσωπο του ποσού των 11.005 ευρώ πλέον των δικαστικών δαπανών και

• στη δεύτερη περίπτωση (απόφαση 5286/2017) το σκεπτικό ότι η κάτοχος του αυτοκινήτου εξαπατήθηκε από την εταιρεία Volkswagen, την οποία και υποχρεώνει να καταβάλει το ποσό των 5.200 ευρώ ως αποζημίωση πλέον των δικαστικών δαπανών.

Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση παραποίησης του λογισμικού σε συγκεκριμένα μοντέλα που κατασκευάστηκαν από τον όμιλο της Volkswagen την περίοδο από το 2009 έως και το 2015 αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά σκάνδαλα, παίρνοντας το όνομα «Ντίζελγκεϊτ» και αποκαλύφθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου του 2015 από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ. Οι επιπτώσεις για τον γερμανικό πολυεθνικό όμιλο υπολογίζονται, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, στα 25 δισ. ευρώ, διότι, εκτός από τη συμφωνία για επαναγορά και επισκευή 500.000 προβληματικών αυτοκινήτων στις ΗΠΑ, σημαντικά είναι τόσο το κόστος αποζημίωσης που θα υποχρεωθεί η εταιρεία να πληρώσει, καθώς έχουν κινηθεί δικαστικά εναντίον της εθνικές αρχές και ιδιώτες οδηγοί στην Ευρώπη, όσο και το πλήγμα που έχει υποστεί η φήμη της.

Οι δικαστικές αποφάσεις στη χώρα μας είναι οι πρώτες που εκδίδονται κατά της αυτοκινητοβιομηχανίας και των αντιπροσώπων της, η προσφυγή κατά των οποίων έγινε αποδεκτή λόγω εκπνοής της προθεσμίας υπαναχώρησης που είχε η κάτοχος του αυτοκινήτου στη μία από τις δύο περιπτώσεις. Τις προσφυγές χειρίστηκε το Δικηγορικό γραφείο Βενιέρης - Αλεξανδροπούλου και Συνεργάτες, κάνοντας μεταξύ άλλων επίκληση σχετικών αποφάσεων του Πρωτοδικείου του Χίλντεσχαϊμ και του Πρωτοδικείου του Χάγκεν, αλλά και τις δηλώσεις της αρμόδιας επιτρόπου της Κομισιόν κ. Βέρας Τζουροβά για παραβίαση από τον γερμανικό όμιλο αυτοκινητοβιομηχανίας των κανόνων περί προστασίας του καταναλωτή. Η «Κ» απευθύνθηκε στο δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε την υπεράσπιση της αυτοκινητοβιομηχανίας, χωρίς ανταπόκριση.

Το δικαστήριο έκρινε ότι τα αυτοκίνητα συγκεκριμένα (Polo 1.6 και 1.2) δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που θέτει το πρότυπο Euro 5 σχετικά με τις εκπομπές αερίων ρύπων. Ως εκ τούτου «εξέλιπε μια συνομολογημένη κατά τη σύμβαση πώλησης ιδιότητα, για την οποία η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία διαβεβαίωνε», με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να μην ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή». Το δικαστήριο αποδέχθηκε, από την άλλη, ότι η πωλήτρια εταιρεία αλλά και η επίσημη εισαγωγέας της κατασκευάστριας εταιρείας δεν γνώριζαν κατά τον χρόνο πώλησης του αυτοκινήτου ότι δεν διέθετε την επίμαχη συνομολογημένη ιδιότητα, δηλαδή την πιστοποίηση Euro 5 αναφορικά με τις εκπομπές οξειδίου του αζώτου. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω πιστοποίηση εξασφαλίζει ότι οι εκπομπές είναι στο επίπεδο του 0,18 γραμμαρίου ανά χιλιόμετρο, όταν στην πραγματικότητα οι πραγματικές εκπομπές των αυτοκινήτων ήταν 0,62 γραμμάριο ανά χιλιόμετρο. Αρα τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα δεν πληρούσαν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και δεν έπρεπε να είχαν ταξινομηθεί στη χώρα μας ως καινούργια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ