ΘΕΑΤΡΟ

Συναισθηματική υπόμνηση

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Σκηνή από το έργο «Αφέντης και Δούλος» σε σκηνοθεσία Γ. Νανούρη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ
Αφέντης και Δούλος
σκηνοθ.: Γιώργος Νανούρης
θέατρο: Κατερίνα Βασιλάκου

Δεν είναι πρώτη φορά που ο χριστιανικός ανθρωπισμός του (κόμη) Λέοντος Τολστόι, μεγαλοκτηματία και ιδιοκτήτη της γενέτειράς του Γιάσναγια Πολιάνα –δηλαδή του χωριού ολόκληρου μαζί με τα έμψυχα και άψυχα υπάρχοντά του– εμπνέει δημιουργικά τον Γιώργο Νανούρη.

Το «Αφέντης και Δούλος» (1855) θυμίζει συνέχεια της ψυχοκατευναστικής δραματοποίησης του «Από τι ζουν οι Ανθρωποι», άλλου διηγήματος του Τολστόι, που είχε παρουσιάσει μοναδικά η Ολια Λαζαρίδου μαζί του και με με τον Ηλία Κουνέλα στο Θέατρο Πορεία.

Εδώ, έχουμε τον πλούσιο, εκμεταλλευτή και άπληστο Μπρεχουνόφ να επιμένει καταμεσής ενός χιονιά να ταξιδέψει νύχτα από το χωριό του, Γρίσκινο, στο γειτονικό Γοριάσκινο, για να προλάβει ν’ αγοράσει σ’ εξευτελιστική τιμή ένα δασικό κτήμα. Ξεσηκώνει τον πιο καλόβολο και υποτελή μουζίκο του, Νικίτα, όχι να ζέψει το έλκηθρο στο άλογο (όπως στη νουβέλα) αλλά να γίνει ο ίδιος υποζύγιο, πράγμα που συνήθιζαν όταν η απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Μεγάλη όμως είναι η χιονοθύελλα που συναντούν, ο αφέντης πάνω στο έλκηθρο με γούνα, καπέλο, γάντια και μπότες ακριβές κι ο δούλος με σκισμένο σακάκι, τρύπιες μπότες κι ένα σκουφί στο κεφάλι (σκηνικά-κοστούμια Μαίρη Τσαγκάρη) να σέρνει και των δύο το βάρος. Με άφαντα τα σημάδια του δρόμου γρήγορα χάνονται και γυρίζουν γύρω γύρω. Δεν μένει άλλο από το να διανυκτερεύσουν στη θανατερή παγωνιά της ρωσικής στέπας. Κάποια στιγμή ο αφέντης παρατάει τον Νικίτα στη τύχη του και πάει να σώσει το τομάρι του. Περιπλανώμενος μέσα στο χιόνι, ξαναγυρίζει απ’ όπου ξεκίνησε, βρίσκει το έλκηθρο αναποδογυρισμένο και τον Νικίτα μισοπαγωμένο αλλά ακόμη ζωντανό.

Είναι τότε ακριβώς που γίνεται η μεταστροφή του Μπρεχουνόφ. Αυτός, που θεωρούσε τον χαμό ενός μουζίκου ασήμαντο, νιώθει ξαφνικά υπεύθυνος για τη ζωή εκείνου, που διαρκώς προσφέρει στους άλλους ενώ ο ίδιος σωρεύει πλούτη πάνω στα πλούτη, κοιτάζοντας μόνο τον εαυτούλη του. Σκεπάζει τον Νικίτα με τη γούνα του κι όταν εκείνος αρχίζει να συνέρχεται πέφτει πάνω στο παγωμένο του σώμα, δίνοντάς του όση ζωική θερμότητα διαθέτει για να τον σώσει. Το πρωί, ξεθάβουν από τα χιόνια άψυχο το σώμα του αφέντη και παγωμένο αλλά ζωντανό, με ελαφρά κρυοπαγήματα, τον δούλο.

Και σ’ αυτή τη δραματοποίηση, όπως και στο «Από τι ζουν οι Ανθρωποι» η αφήγηση από τους δύο ηθοποιούς έχει σημαντικό βάρος, καθώς ενώνει ανάλαφρα, με τραγουδάκια (Λόλεκ) και παρομοιώσεις το δεύτερο, συννεφιασμένο μισό του 19ου αιώνα με το νεφελώδες σήμερα. Ο Νανούρης, παραλείποντας στην επεξεργασία του περιφερειακά πρόσωπα και καταστάσεις, επικέντρωσε το ενδιαφέρον στα δύο αρχετυπικά πρόσωπα και στη διόλου αρχετυπική μεταστροφή του ενός. Παραλείποντας μάλιστα και την ύπαρξη αλόγου, που στη συνέχεια ξεπαγιάζει, δανείζει εξαρχής στον Νικίτα την μπεκετική φιγούρα του Λάκι, «εξαρτήματος» του εξαρτημένου απ’ αυτόν Πότζο-Μπρεχουνόφ που μας επιφυλάσσει την ανατροπή και την ανθρωπιστική έκπληξη στο τέλος.

Ξεπερνώντας τον χριστιανοδιδακτισμό κάποιων στιγμών της παραβολής. προτιμώ να θυμάμαι την μπρεχτικής σβελτάδας, εύστοχη και στιβαρή μεταμόρφωση του αφηγούμενου απλά και άμεσα ηθοποιού Λιγνάδη σε άπληστο, επαρχιώτη προύχοντα που δεν βλέπει μπροστά του, όχι μόνο λόγω της «ομίχλης» και του «χιονιού», που τα ειδικά μηχανήματα τροφοδοτούν γενναιόδωρα τη σκηνή (δυστυχώς και την πλατεία) του θεάτρου αλλά πολύ περισσότερο λόγω του εγωκεντρισμού και της υπεροψίας της τάξης του απέναντι στις «παρακατιανές».

Προτιμώ να θυμάμαι τη μοιρολατρική υποταγή σε αφέντη και φύση (ωσάν να επρόκειτο για όμοια εξουσία), του ηθοποιού Νανούρη στον ρόλο του Νικίτα όπως και τη φανερά δημιουργούμενη ατμόσφαιρα της χιονοθύελλας. Προτιμώ να προβληματίζομαι με το αν αυτή η τρυφερή, ποιητική καλλιέργεια του συναισθήματος, έστω και «μπρεχτική αδεία», έρχεται ως απάντηση στη πλήρη κατάργηση συναισθήματος από ψυχρούς, ανυπόκριτους ηθοποιούς που ευαγγελίζεται το μεταδραματικό θέατρο. Μήπως βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας αλφαβήτου του επί σκηνής συναισθήματος, ενώπιον ενός θεάτρου τρυφερότητας, παρηγοριάς και θέρμης σε καιρούς ψυχρότητας και απειλής;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ