Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Αγαπάς την Ελλάδα;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​γαπάτε την Ελλάδα; Δεν είναι δα κι ο Μπραμς. Το ερώτημα ακούγεται μάλλον ρητορικό αν κρίνεις από τις απόψεις που κατατίθενται καθημερινά στο δημόσιο βήμα. Δεν εξαιρώ τον γκρινιάρη εαυτό μου. Αγαπώ την Ελλάδα φτάνει να είμαι υγιής και να μη χρειαστώ νοσοκομείο, φτάνει να έχω αρκετά χρήματα ώστε να μη χρειάζεται να ζω απ’ τη δουλειά μου. Κι αν χρειάζεται, να εργαστώ για να ζήσω φτάνει η δουλειά μου να μην απαιτεί συνάφεια με πολύ κόσμο. Εχω φίλους σκηνοθέτες και συνθέτες που ξοδεύουν τη δημιουργική τους ενέργεια προσπαθώντας να συνεννοηθούν με τους ηθοποιούς και τους μουσικούς. Ως γνωστόν, η άποψη είναι το εθνικό μας προϊόν. Αν μπορούσαμε να εξαγάγουμε απόψεις, μαζί με τον θόρυβο που παράγουμε για να τις υπερασπιστούμε, θα είχαμε λύσει το πρόβλημα του χρέους.

Ναι, αγαπώ την Ελλάδα, φτάνει να μην είμαι συνταξιούχος. Ευτυχώς, λέω, όταν φτάσω στην ηλικία της συνταξιοδότησης το πιθανότερο είναι να μην υπάρχουν συντάξεις, οπότε να είμαι αναγκασμένος να γράφω ώς την τελευταία ημέρα της ζωής μου. Οχι, φίλε αναγνώστη. Δεν θα γλιτώσεις τόσο εύκολα. Οταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω ένας στριμμένος γέρων συντηρητικός. Είχα έναν φίλο, μακαρίτη τώρα πια, καρδιοπαθή, που είχε προγραμματίσει να ζήσει ώς τα εξήντα πέντε του και είχε υπολογίσει ότι τα χρήματά του τού έφταναν έως τότε. Δυστυχώς πέθανε στα εξήντα επτά του, με αποτέλεσμα να δυσκολευτεί πραγματικά τα δύο τελευταία χρόνια.

Ναι, αγαπώ την Ελλάδα, φτάνει να μην έχω να κάνω με το ελληνικό Δημόσιο. Πώς είναι δυνατόν να διαχωρίζεις την Ελλάδα από το ελληνικό Δημόσιο; Το ελληνικό Δημόσιο είναι η ίδια η Ελλάδα. Κακότροπη, κακότεχνη, εχθρική, βουλιμική, αλλά Ελλάδα. Εκτός πια κι αν εννοείς ότι σου αρέσει η Ελλάδα όπως αρέσει στον Γερμανό συνταξιούχο που αγόρασε σπίτι, τον κατάκλεψε ο μηχανικός για την άδεια, ο πετράς, ο υδραυλικός, ο ηλεκτρολόγος, ο ξυλουργός, αλλά παρ’ όλ’ αυτά του ήρθε φθηνά, διότι συνυπολόγισε στο κόστος την αξία του ήλιου και της θάλασσας. Το επίγραμμα το δανείζομαι από φίλο Αμερικανό: «Στην Ελλάδα ξοδεύεις τόσον χρόνο για να επιβιώσεις που δεν σου μένει καιρός για τίποτ’ άλλο». Ηταν ο διερμηνέας του Μακάρθουρ όταν υπεγράφη η συνθηκολόγηση με την Ιαπωνία. Λεγόταν Τζον Ρόου, ο σεναριογράφος των «Aristocats», και λάτρευε τη ζωή του στον έρημο κόλπο της Ανδρου όπου περνούσε τον μισό του χρόνο. Αγαπάτε την Ελλάδα λοιπόν; Και μη μου πείτε «εξαρτάται ποια Ελλάδα», διότι αυτό είναι προνόμιο των ποιητών. Οι Δελφοί του Σικελιανού δεν έχουν σχέση με την Πρέβεζα του Καρυωτάκη, όμως και η μία και η άλλη Ελλάδα ήταν πηγή έμπνευσης. Η Ελλάδα που πληγώνει τον Σεφέρη όπου κι αν ταξιδέψει τι σχέση έχει με τη λυρική αποθέωση του τοπίου της από τον Ελύτη; Ο πρώτος στον λόγο του κατά την απονομή του Νομπέλ είπε: «Αυτή η γλώσσα δεν έπαψε ποτέ να μιλιέται». Ο δεύτερος συνδύασε το αίτημα της αιωνιότητας με τη διαφάνεια του φωτός. Ποιητική αδεία θα μου πείτε. Και στο κάτω κάτω, τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με τη σημερινή ασχήμια μιας χώρας ανάπηρης, που προσπαθεί να επιβιώσει στο περιθώριο του κόσμου της; Και ξοδεύει τόση ενέργεια για να επιβιώσει που δεν της μένει καιρός για να κάνει τίποτ’ άλλο; Αγαπάτε την Ελλάδα λοιπόν;

Ναι, εννοώ αυτό το χάλι που το λυμαίνονται άνθρωποι αγράμματοι, αυτήν τη συσσωμάτωση κατσαπλιάδων, αυτήν την αυτοκαταστροφική κοινωνία που δεν σέβεται ούτε τη γλώσσα που μιλάει ούτε την παρακαταθήκη των μεγάλων νεκρών της. Αυτόν τον αλαζονικό και αυτάρεσκο Ελληναρά, αμόρφωτο, ξερόλα και έτοιμο να ρίξει σφαλιάρες όταν δεν κινδυνεύει να τις φάει.

Εννοώ την Ελλάδα που τη σύλησαν οι «Κωλοέλληνες» του Σαββόπουλου, αυτήν τη χώρα που ηττήθηκε από τον ίδιο της τον εαυτό. Οσο περισσότερο την αγαπάς, τόσο περισσότερο σε εξοργίζει. «Ποιος εχθρός σάς έφτασε σ’ αυτό το σημείο;» με είχε ρωτήσει ο Νταβίντ Γκρόσμαν το 2010. Μόλις είχε χάσει τον γιο του στον πόλεμο του Ισραήλ με τη Συρία. Τον σεβόμουν και δεν μπορούσα να του απαντήσω με κάποια εξυπνάδα απ’ αυτές που λέγονται στα δείπνα. Του απάντησα σοβαρά: «Εμείς οι ίδιοι».

Για τις νεότερες γενιές η Ελλάδα είναι καταναγκαστικό έργο. Δεν υπήρξε ποτέ παράδεισος, ούτε καν αναψυκτήριο. Ομως εδώ κι εκεί σου πρόσφερε νησίδες για ν’ αρπαχτείς και να την αγαπήσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ