ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε ύφεση η οικονομία το 2016, ασθενής η ανάπτυξη το 2017

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με ύφεση 0,2% έναντι προηγούμενης εκτίμησης για στασιμότητα έκλεισε τελικά το 2016, σύμφωνα με τη νεότερη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ, ενώ πρόβλεψη για χαμηλότερη από την προσδοκώμενη ανάκαμψη φέτος, στην περιοχή του 1,3%, έκανε χθες το ΙΟΒΕ. Την επίπονη και αβέβαιη πορεία προς την έξοδο από την κρίση φανέρωσαν τα στοιχεία που έδωσαν χθες στη δημοσιότητα οι δύο φορείς, με τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ, Νίκο Βέττα, να επισημαίνει τον κίνδυνο να αποδειχθεί η ανάκαμψη «βραχύβια και εύθραυστη», αν δεν εφαρμοστούν οι ουσιώδεις δομικές αλλαγές που ακόμη εκκρεμούν.

Η προς τα κάτω αναθεώρηση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για το 2016 οφείλεται κυρίως στην καταναλωτική δαπάνη, η οποία μειώθηκε κατά 0,3% σε σύγκριση με το 2015, έναντι προηγούμενης εκτίμησης του Μαρτίου του 2017 για αύξησή της κατά 0,6%.

Νεότερα στοιχεία, που δεν ήταν διαθέσιμα τον Μάρτιο, και κυρίως η ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων της Ερευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών του 2016, άλλαξαν την εικόνα. Αλλά και τον περασμένο Μάρτιο, η παρουσίαση της –αναθεωρημένης προς το χειρότερο και τότε, σε σύγκριση με τα προσωρινά της στοιχεία– εκτίμησης της ΕΛΣΤΑΤ για στασιμότητα το 2016 είχε προκαλέσει πολιτικό πονοκέφαλο στην κυβέρνηση, καθώς ο πρωθυπουργός μόλις είχε ανακοινώσει ανάκαμψη της οικονομίας. Στο επόμενο επεισόδιο, χθες, η νέα εκτίμηση μετέτρεψε τη στασιμότητα σε ύφεση.

Εντυπωσιακή είναι, εξάλλου, η έκταση της υπερφορολόγησης του 2016, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Σε μια χρονιά κατά την οποία το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 0,2%, οι φόροι επί των προϊόντων αυξήθηκαν κατά 7,8%, έναντι αύξησης 1,7% το 2015 και 0,8% το 2014. Η αναθεώρηση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για την τριετία 2014-2016, την οποία παρουσίασε χθες ο πρόεδρός της Αθανάσιος Θανόπουλος, αποκάλυψε, επίσης, ότι το 2014 η οικονομία βρισκόταν σε πορεία ανάκαμψης. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,7%, έναντι εκτίμησης τον Μάρτιο για αύξησή του κατά 0,3%. Την πορεία αυτή διέκοψαν οι εκλογές και το καταστροφικό α΄ εξάμηνο του 2015, που βύθισε τη χώρα για δύο χρόνια σε ύφεση και οδήγησε σε μέτρα εξοντωτικής υπερφορολόγησης.

Για το 2017, το ΙΟΒΕ, παρουσιάζοντας χθες την τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, διατύπωσε την εκτίμηση ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί σε πραγματικούς όρους ελαφρά κάτω του 1,5%, στην περιοχή του 1,3%, αρκετά κάτω από την εκτίμηση του προϋπολογισμού για 1,8%.

Για το 2018, το ΙΟΒΕ εκτιμά ρυθμό ανάπτυξης 2% έναντι πρόβλεψης της κυβέρνησης για 2,4%. Οπως σχολίασε ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ, Τάκης Αθανασόπουλος, «Πράγματι, η οικονομία μας εμφανίζει στοιχεία βελτίωσης, ωστόσο ο ρυθμός παραμένει χαμηλότερος του αναγκαίου, ώστε η χώρα να αφήσει οριστικά πίσω της την κρίση». Ο σχετικά ασθενής ρυθμός ανάκαμψης το 2017 σε σύγκριση με τις αρχικές προβλέψεις του προγράμματος και του προϋπολογισμού του 2017 (2,7%) οφείλεται, σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΟΒΕ, κυρίως στην αναιμική δυναμική των επενδύσεων. «Είναι αμφίβολο αν η δομή της οικονομίας έχει αλλάξει επαρκώς, ώστε να δικαιολογείται αισιοδοξία για υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα», σημειώνει το Ινστιτούτο.

Το ΙΟΒΕ διατυπώνει, επιπλέον, ερωτήματα για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του 2018, τους οποίους χαρακτηρίζει φιλόδοξους και μιλάει για «υπερβολική επιβάρυνση όσων κινούνται νόμιμα στον χώρο της εργασίας και του επιχειρείν σε σύγκριση με όσους κινούνται παράνομα ή στα όρια του συστήματος».

Οπως τόνισε ο κ. Βέττας, «η διόρθωση σημαντικών αστοχιών στο φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα, η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η υποστήριξη τομών στη δημόσια διοίκηση είναι επείγουσες προτεραιότητες, ώστε οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης να μην αποτελέσουν απλώς βραχύβιο διάλειμμα στην κρίση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ