Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Ας κερδίσει ο χειρότερος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η περίσταση είναι άσχετη, όμως αυτό είναι το βλέμμα της ευαρέσκειας του Γ. Πατούλη, όταν τα παϊδάκια είναι από προβατίνα...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Να ξεκινήσουμε από την είδηση – όχι μόνον επειδή έτσι πρέπει, αλλά και για τον λόγο ότι δεν περιμένει κανείς να βγάλει είδηση η Σαχλοαριστερά. Η είδηση είναι: Φώφη και Σταύρος συμφώνησαν να μην ενωθούν οι δύο κοινοβουλευτικές ομάδες, ΠΑΣΟΚάρας και Ποταμιού, μετά την εκλογή προέδρου. Το συμφώνησαν μεταξύ τους, χωρίς να ερωτηθούν οι άλλοι, γεγονός που ενόχλησε όσους έμειναν εκτός της σχετικής διαβούλευσης. Καλά έκαναν, όμως· διότι αυτοί είναι νοικοκύρηδες-τσομπαναραίοι, δικά τους είναι τα κοπάδια. Ποιον θα ρωτήσουν, τον Θεοχαρόπουλο;

Η απόφαση αυτή, όμως, σημαίνει ότι η καινοτομία της διαδικασίας –δηλαδή, η ενοποίηση των δυνάμεων του χώρου από πάνω προς τα κάτω, διά της εκλογής αρχηγού από τη βάση– ακυρώνεται. Υπό τις συνθήκες που συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο, όποιος και αν επικρατήσει ως αρχηγός του νέου σχήματος, η κατάσταση στον χώρο θα έχει παραμείνει ακριβώς όπως την ξέραμε. Τίποτε δεν θα έχει αλλάξει και, ακόμη χειρότερο, τίποτε δεν θα φαίνεται να έχει αλλάξει. Αντιθέτως, αν συγχωνεύονταν οι δύο Κ.Ο., η μετάβαση προς κάτι καινούργιο –η αποφασιστικότητα, έστω, για τη μετάβαση– θα μπορούσε να γίνει αμέσως αντιληπτή από τον καθένα. Με δύο Κ.Ο., όποιος εκλεγεί θα πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει ότι ελέγχει και τα δύο άλογα του άρματος. Η επιλογή που συμφωνήθηκε είναι εύλογη από πλευράς της Φώφης – επειδή, προφανώς, δεν της περνάει από τον νου ότι μπορεί να χάσει. Δεν είναι όμως το ίδιο για τον Σταύρο. Πιθανότερη εξήγηση είναι ότι κατάλαβε εκ των υστέρων πως δεν τον συνέφερε να μετάσχει στη διαδικασία, οπότε η διατήρηση της Κ.Ο. του Ποταμιού είναι η ασφαλιστική πολιτική του για την επόμενη μέρα. Να είναι, δηλαδή, κάτι – έστω αρχηγός μιας Κ.Ο. των πέντε βουλευτών. Οχι όμως να είναι ένα τίποτα στην Κ.Ο. της Φώφης.

Κατόπιν τούτου, οι προσδοκίες του παρατηρητή περιορίζονται στο άκρως πρακτικό ζήτημα, εάν δηλαδή ο νέος φορέας (του μικροβίου της Σαχλοαριστεράς...) θα συνεργασθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ ή τη Ν.Δ. – ζήτημα που είναι και το μόνο ζωτικής σημασίας για τους πέραν του χώρου. Οι απαντήσεις έδειξαν πόσο μικροί είναι όλοι τους. Οι περισσότεροι κρύφτηκαν πίσω από το πρόσχημα περί προγραμματικών συμφωνιών. Κάποιοι εξ αυτών μάς έδειξαν πόσο τους πονάει το κόμπλεξ των περασμένων μεγαλείων. Η Φώφη, π.χ., απάντησε δίνοντας τον συντομότερο και ακριβέστερο ορισμό του λαϊκισμού: «Πρώτα θα μιλήσει ο ελληνικός λαός, εγώ αρνούμαι να μιλήσω ερήμην του». Περίπου στον ίδιο τόνο και ο Μανιάτης: «Αρνούμαι να δεχθώ αυτή την πιθανότητα και θα αρνηθεί και ο ελληνικός λαός. Δεν θα εγκλωβιστούμε σε διαδικασίες προτίμησης». Με άλλα λόγια, κλασικό ΠΑΣΟΚ: α) Ο,τι γουστάρουν οι ψηφοφόροι· β) ας μην εγκλωβιζόμαστε στην πραγματικότητα, υπάρχει πάντα το όραμα. Δεν έλειψε, ασφαλώς, και η νεαντερτάλεια προσέγγιση στο ζήτημα (δηλαδή, με το ρόπαλο...), όπως του Ραγκούση, ο οποίος δηλώνει «απόλυτος» στην άρνησή του για κάθε είδους συνεργασία με τη Ν.Δ.
Είπα «όλοι τους» παραπάνω; Λάθος. Μόνη εξαίρεση ο Θεοδωράκης, που εξισορρόπησε τη διακριτικότητα με τη σαφήνεια στην απάντησή του, προτάσσοντας την αλλαγή του εκλογικού νόμου του ΣΥΡΙΖΑ (με τον οποίο εισάγεται η απλή αναλογική από τις μεθεπόμενες εκλογές) ως την προτεραιότητα, για την εκπλήρωση της οποίας θα συνεργασθεί με οποιονδήποτε. (Και όλοι καταλάβαμε ότι αυτός ο οποιοσδήποτε είναι η Ν.Δ.)

Αυτό ήταν το ουσιώδες του πρώτου debate. Τα υπόλοιπα ήσαν γραφικότητες για να περνάει ευχάριστα η ώρα. Η δυσάρεστη έκπληξη ήταν ο Ν. ο Ανδρουλάκης, που πρόβαλε από τη συζήτηση ως ο πιο άχρους, άοσμος και άγευστος των υποψηφίων – ίσως περισσότερο και από τον Γ. Καμίνη. Επιπλέον, δείχνει άσχετος ή, στην καλύτερη περίπτωση, ρηχός. Υποστήριξε, λ.χ., ότι ως ευρωβουλευτής «μπορεί να επηρεάζει υπέρ των συμφερόντων της χώρας» – ισχυρισμός ο οποίος αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς κάνει εκεί στα ξένα. Επειτα, είπε ότι «οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές δεν έχουν σχέση με τον Τσίπρα, επειδή δεν κυβερνούν με τη Δεξιά», παραβλέποντας ότι η ουσιώδης διαφορά είναι στις πολιτικές, όχι στις συμμαχίες. Τέλος, αναρωτήθηκε με τη χαρακτηριστική του αφέλεια: «Ακούω τον Μητσοτάκη να μιλάει για οριζόντια μείωση φόρων για τις επιχειρήσεις. Δεν υπάρχουν αγρότες; Ελεύθεροι επαγγελματίες;». Δεν καταλαβαίνει ο άνθρωπος μία βασική διάκριση: ότι άλλο η μείωση των φόρων ως εργαλείο ανάπτυξης και επενδύσεων και άλλο η μείωση των φόρων ως εργαλείο ψηφοθηρίας.

Υπό το πρίσμα της γραφικότητας, οι κορυφαίοι του σόου ήσαν ο Πόντας με τον Τζιώτη. Ο Πόντας (του κινήματος ΕΔΕΜ) δικαιολόγησε την αντιγραφή του προεκλογικού σποτ του τηλεοπτικού Φρανκ Αντεργουντ («House of Cards») με το επιχείρημα ότι το έκανε για να τον προσέξουν, για να καλύψει το χάσμα της αναγνωρισιμότητας που τον χωρίζει από τους άλλους. (Εξυπνη δικαιολογία. Υποθέτω ότι θα τη σκέφθηκε κάποιος άλλος...) Γενικώς, η προσπάθειά του να συνδυάσει ένα λόγο τεχνοκρατικό με ένα λόγο ποιητικό τον έκανε αστείο και μας έδωσε μαργαρίτες όπως «η κρίση που διανύουμε είναι μια οπτική γωνία» ή «η παρουσία μου έρχεται να εμπλουτίσει το πολιτικό». Ο δε Τζιώτης (πρώην επικοινωνιολόγος του ΣΥΡΙΖΑ) έδινε την εντύπωση ότι όλη την ώρα της συζήτησης αυτός πόζαρε για την προτομή του. Επαιζε τον ηγέτη –αγέρωχος, αφ’ υψηλού, ευθυτενής και αγέλαστος–, όταν όμως άνοιγε το στόμα του μιλούσε τόσο αργά, που σε έκανε να σκεφθείς ότι δεν τον είχαν κουρδίσει σωστά στα παρασκήνια. Και, βέβαια, εκστόμιζε μπαρούφες, αλλά με στόμφο. «Τόλμησα να διεκδικήσω την ηγεσία λέγοντας ότι πρέπει να πάμε αριστερά», είπε αναφερόμενος στην προ δεκαετίας υποψηφιότητά του και πρόσθεσε: «Ο μόνος που το άκουσε ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ και σήμερα είναι κυβέρνηση».

Συμπέρασμα; Καμία ελπίδα! Οπότε, ας κερδίσει ο χειρότερος...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ