Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιώργος Παπανδρέου: Ψηφία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Όταν άρχισε η κούρσα της Κεντροαριστεράς, όλοι περίμεναν τον Παπανδρέου. Εκτός από τον ίδιο τον Παπανδρέου, που, μην περιμένοντας τίποτε από τον εαυτό του, τίμησε την παράδοσή του και άφησε τους άλλους να περιμένουν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, όσοι από τους νεοπαπανδρεϊκούς δεν είχαν ήδη ενσωματωθεί στο σύστημα της Γεννηματά, διχάστηκαν μεταξύ της προέδρου του ΠΑΣΟΚ και των υπολοίπων.

Πρόκειται για διχασμούς που ολοένα και περισσότερο μοιάζουν με ναυμαχία σε στέρνα. Το παπανδρεϊκό παράδειγμα είναι ίσως το πιο ενδεικτικό για τη μοίρα των δυναστειών της Μεταπολίτευσης: Οσο λιγότεροι μένουν στοιχισμένοι κάτω από το οικόσημο, τόσο πιο φανατικοί γίνονται. Ετσι και με τον ΓΑΠ. Περισσότερο ενδιαφέρον έδειξαν οι άλλοι για την εκλογική χρήση του ονόματός του, απ’ ό,τι ο ίδιος που έστερξε την τελευταία στιγμή, μιλώντας προχθές στον ΣΚΑΪ, να εκδηλώσει την προτίμησή του στη Γεννηματά. Προτίμηση που, βέβαια, εκδηλώθηκε παπανδρεϊστί, με τα γνωστά, ρευστά εκφραστικά μέσα.

Για κάποιους στην Κεντροαριστερά η αναμενόμενη στήριξη στη Γεννηματά δεν ήταν τόσο ενδιαφέρουσα, όσο η άποψη του Παπανδρέου ότι «εθνική συνεννόηση δεν σημαίνει συγκυβέρνηση». Πρόκειται για εκείνους που ήδη διακηρύσσουν ότι ο χώρος πρέπει να μείνει εκτός κυβέρνησης και είδαν στη διατύπωση του ΓΑΠ μια φόρμουλα που τους δικαιώνει. Σύμφωνα με τη φρέσκια γαρνιτούρα αυτής της άποψης, παράδειγμα προς συμμόρφωση είναι, ας πούμε, οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, που κάηκαν από τη συγκυβέρνηση με τη Μέρκελ και τώρα αποσύρονται στην αντιπολίτευση για να γλείψουν τις πληγές τους.

Η στρατηγική της πάση θυσία αποφυγής μιας κυβερνητικής συνεργασίας με τη Ν.Δ. χρεώνεται συνήθως στα ζωντανά μαμούθ των πασοκικών παγετώνων. Την ακούει όμως κανείς, ως διαπίστωση ωμού ρεαλισμού, και από ορισμένους παράγοντες της εκσυγχρονιστικής πτέρυγας του χώρου. Εκείνοι λένε ότι αν ο νέος φορέας βρεθεί απέναντι στο δίλημμα να συνεισφέρει τις έδρες του, προκειμένου να σχηματιστεί κυβερνητική πλειοψηφία υπό τη Ν.Δ., θα διασπαστεί. Θα σκορπίσει, πριν καν ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, προλάβει πάλι να τον λεηλατήσει.

Αμφότεροι οι μονομάχοι του δεύτερου γύρου έχουν περίπου προσπεράσει το ερώτημα. Αμφότεροι σιωπηρά προσεύχονται να τους κάνει τη χάρη η Ιστορία και να τους απαλλάξει από τη δοκιμασία: Να βγάλει τη Ν.Δ. αυτοδύναμη.

Οι άλλοι ζητούν από την Κεντροαριστερά να απαντήσει τώρα σε αυτό το «μεθαυριανό» ερώτημα. Η ίδια όμως κατατρύχεται από πιο επείγοντα ερωτήματα. Πόσοι από τους ψηφοφόρους του πρώτου γύρου θα ανανήψουν μετά την τριήμερη νάρκη, που επέβαλε «λόγω πένθους» η επιτροπή, για να πάνε στην κάλπη την Κυριακή. Και, κυρίως, πόσα ψηφία θα έχει το ποσοστό του νέου φορέα στο πρώτο γκάλοπ. Τι ήταν η πρώτη Κυριακή; Αφετηρία; Ή εκπυρσοκρότηση;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ