ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Ψαλίδι» διαρκείας στις επικουρικές συντάξεις

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα μόνιμο μηχανισμό συνεχούς μείωσης των επικουρικών συντάξεων ενεργοποίησαν οι πρόσφατες εγκύκλιοι που εξέδωσε με μεγάλη καθυστέρηση το υπουργείο Εργασίας, καθώς οι νέες συντάξεις εξαρτώνται άμεσα από την οικονομική ύφεση ή ανάπτυξη, την ανεργία, τους μισθούς και τη γήρανση του πληθυσμού. Οπως γίνεται εύκολα κατανοητό, σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, υψηλής ανεργίας, χαμηλών μισθών λόγω ευέλικτων μορφών απασχόλησης και συνεχούς γήρανσης του πληθυσμού, το ποσό της επικουρικής σύνταξης που θα προκύπτει από τη νοητή κεφαλαιοποίηση θα είναι όλο και μικρότερο. Καθώς μάλιστα ο νόμος Κατρούγκαλου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των νέων συντάξεων θα γίνεται σε δύο τμήματα, όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος ασφάλισης με βάση το σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης, τόσο μικρότερο θα είναι το συνολικό τελικό ποσό της επικουρικής σύνταξης που θα λάβουν οι ασφαλισμένοι.

Οπως επισημαίνουν μιλώντας στην «Κ» ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Σάββας Ρομπόλης και ο αναλογιστής, υποψήφιος διδάκτορας Βασίλης Μπέτσης, βάσει του νόμου 4387/2016, από την 1η/1/2015 η επικουρική σύνταξη λειτουργεί με το σύστημα καθορισμένων εισφορών νοητής κεφαλαιοποίησης (NDC-ατομικοί λογαριασμοί). Αυτό σημαίνει ότι οι εισφορές του κάθε ασφαλισμένου αθροίζονται σε ένα νοητό λογαριασμό και τοκίζονται με ένα επιτόκιο του οποίο η τιμή καθορίζεται με βάση την πορεία της οικονομίας και όχι από κάποια επενδυτική απόδοση. Ετσι, σε περιόδους υφέσεων ο τοκισμός μπορεί να είναι ακόμη και μηδενικός. Το συσσωρευμένο ποσό του νοητού λογαριασμού διαιρείται με ένα συντελεστή ο οποίος λαμβάνει υπόψη το προσδόκιμο ζωής (ράντα ζωής). Η τιμή αυτού του συντελεστή μειώνεται όσο η ηλικία αυξάνεται, δηλαδή δύο ασφαλισμένοι που έχουν καταβάλει τις ίδιες εισφορές, αλλά έχουν διαφορετική ηλικία κατά τη συνταξιοδότηση, θα λάβουν και διαφορετικό ποσό σύνταξης. Οι συντελεστές αυτοί θα αναπροσαρμόζονται κάθε φορά που θα αυξάνει το προσδόκιμο όριο ζωής, μειώνοντας, ανάλογα, το ποσό της επικουρικής σύνταξης που καταβάλλεται στον ασφαλισμένο. Για τους ασφαλισμένους που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης από τις 15/5/2016 και μετά, το ποσό της επικουρικής σύνταξης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη δύο μέρη. Το πρώτο μέρος λαμβάνει υπόψη τον χρόνο ασφάλισης μέχρι τις 31/12/2014 και το δεύτερο μέρος λαμβάνει υπόψη τον χρόνο ασφάλισης από την 1η/1/2015 και μετά. Στο πρώτο μέρος εφαρμόζεται νέος συντελεστής αναπλήρωσης ο οποίος καθορίστηκε στο 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης. Ο συντελεστής αυτός είναι μειωμένος κατά 21,25% σε σχέση με αυτόν που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Ν. 4387/2016 (0,57% για κάθε έτος ασφάλισης στους μισθωτούς). Επίσης, οι συντάξιμες αποδοχές επανυπολογίζονται λαμβάνοντας υπόψη τον μέσο όρο των μισθών από το 2002 και μετά, αναπροσαρμοσμένες με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Παράλληλα, το δεύτερο μέρος της επικουρικής σύνταξης υπολογίζεται σύμφωνα με το σύστημα NDC-ατομικοί λογαριασμοί και τους συντελεστές (ράντες) της υπουργικής απόφασης που δημοσιεύτηκαν στις 20/11/2017. Οσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος ασφάλισης με βάση το σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης, τόσο μικρότερο θα είναι το συνολικό τελικό ποσό της επικουρικής σύνταξης που θα λάβουν οι ασφαλισμένοι οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης μετά τις 15/5/2016. Οι δύο ειδικοί εκτιμούν ότι μεσοσταθμικά οι μειώσεις θα ξεκινήσουν από το 22%, όμως κάπου στο 2027 ενδέχεται να αγγίξουν και το 32%.

Να σημειωθεί ότι για τους ήδη συνταξιούχους κατά τις 15/5/2016, η επικουρική σύνταξη επανυπολογίστηκε με βάση έναν μαθηματικό τύπο που λαμβάνει υπόψη τον νέο συντελεστή αναπλήρωσης του 0,45% για κάθε έτος ασφάλισης καθώς και το ύψος των μειώσεων των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων. Οπως δε ξεκαθαρίζουν οι κ. Ρομπόλης και Μπέτσης, η μείωση που επιβλήθηκε εκτιμάται σε 21,25% και διαφοροποιείται ανάλογα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε επικουρικού ταμείου πριν από την εφαρμογή του Ν. 4387/2016. Αυτό που προκύπτει μάλιστα ξεκάθαρα είναι ότι οι συνταξιούχοι με επικουρικές συντάξεις άνω των 400 ευρώ (μεικτά) τον μήνα, που πιθανότατα «τη γλίτωσαν» από τις μειώσεις του 2016, θα υποστούν μειώσεις μετά την 1η/1/2019 σε ποσοστό 18%.

Στους χαμένους όσοι υπέβαλαν αίτηση από 1ης/1/15

Επικουρικές συντάξεις όχι πάνω από 160 ευρώ τον μήνα «βγάζει» ο λογαριασμός για όσους έχουν υποβάλει αίτηση από 1ης/1/2015 και μετά, ακολουθώντας τον νέο τρόπο υπολογισμού, όπως διαφαίνεται από τις δύο εγκυκλίους του υπουργείου Εργασίας που εκδόθηκαν τις προηγούμενες ημέρες.

Συνολικά, εκκρεμούν 115.000 αιτήσεις, εκ των οποίων 92.500 αφορούν ασφαλισμένους που συνταξιοδοτούνται από την 1η Ιανουαρίου 2015 και μετά.

Η έκδοση των εν λόγω αποφάσεων είχε «παγώσει», καθώς έλειπαν βασικές παράμετροι για τον διττό τρόπο υπολογισμού που προβλέπει ο νόμος Κατρούγκαλου. Πλέον, οι αιτήσεις αυτές αναμένεται να «ξεπαγώσουν» και, βάσει των πρώτων εκτιμήσεων, ομάδες ασφαλισμένων που έφευγαν από τα Ταμεία τους με πολύ υψηλή αναπλήρωση, όπως οι τραπεζοϋπάλληλοι (πρ. ΑΤΕ - ΕΛΕΜ, ΕΤΒΑ, Πίστεως), οι ναυτιλιακοί και τουριστικοί πράκτορες (πρ. ΤΕΑΥΝΤΠ) καθώς και οι εμποροϋπάλληλοι (πρ. ΤΕΑΥΕΚ – εκκρεμούν περί τις 1.000 αιτήσεις με χρόνο ασφάλισης έως 31/12/2014), θα υποστούν σημαντικές μειώσεις, ακόμη και πάνω από 20% σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων πριν από τον νόμο 4387/2016.

Στους χαμένους πρέπει να συγκαταλέγονται και υπάλληλοι της ΔΕΗ, αν και η πλειονότητα φαίνεται να «διασώζεται» λόγω υψηλών συντάξιμων αποδοχών.

Η μεγάλη πλειονότητα στο ΕΤΕΑΜ και το ΤΕΑΔΥ «διασώζεται» από τον νέο τύπο, καθώς η αναπλήρωση κυμαίνονταν κοντά στο 20% για τους περισσότερους μισθωτούς σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Σε αυτούς που ευνοούνται ελαφρώς είναι κατηγορίες ασφαλισμένων που συνταξιοδοτούνταν με μέση αναπλήρωση από 20% και κάτω στην 35ετία –ανάλογα με τις καταστατικές διατάξεις των Ταμείων τους– όπως π.χ. οι αστυνομικοί του πρ. ΤΕΑΠΑΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ