Άγγελος Στάγκος ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΓΚΟΣ

Λαϊκιστικές πωλήσεις κοινωνικής ευαισθησίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δ​​εν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι κραυγές, τα αδιέξοδα, οι φόβοι για τις τράπεζες και οι κομματικοί προβληματισμοί που έχουν δημιουργηθεί σχετικά με τους αναγκαστικούς πλειστηριασμούς, οφείλονται στον άκρατο λαϊκισμό που έχει επικρατήσει σε αυτή τη χώρα. Με υπαιτιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό των απερίγραπτων Συρανέλ, που κάποτε πουλούσαν «σεισάχθεια» (Τσίπρας, Καμμένος) και σήμερα πουλάνε «προστασία λαϊκής κατοικίας», ενώ την ίδια ώρα ο υπουργός Οικονομικών Ευκλ. Τσακαλώτος παραδέχεται ουσιαστικά ότι αν δεν προχωρήσουν οι πλειστηριασμοί το πρόβλημα θα είναι τεράστιο. Για τις τράπεζες, αλλά και για την οικονομία στο σύνολό της.

Εδώ ασφαλώς χωράει το «στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα», όμως ο λαϊκισμός δεν επιτρέπει τέτοιες σκέψεις, καθώς επελαύνει ακάθεκτος και σαρώνει τα πάντα. Δεν διακρίνεται καμία πρόθεση διόρθωσης, στη βάση της λογικής, της ισονομίας και της συντεταγμένης δικαιοσύνης. Αντίθετα, στη στήριξη και επέκταση του λαϊκισμού συμμετέχουν πολλοί, από τους «ευαίσθητους» δημοσιογράφους και τα μίντια ώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, χωρίς να γίνεται βεβαίως συζήτηση για τους πάσης φύσεως «μπαχαλάκηδες», ιδεοληπτικούς ακτιβιστές, «δεν πληρώνω», απατεώνες, «λαμόγια» και άμεσα ενδιαφερομένους.

Ολοι αυτοί συμβάλλουν πρόθυμα και με κάθε ευκαιρία στην ανάδειξη κάθε λαϊκιστικής πρωτοβουλίας και ταυτόχρονα στην αντίστοιχη καταδίκη όσων επισημαίνουν ότι η χώρα και η κοινωνία της ξεφεύγουν από τα όρια του ορθολογισμού. Οτι δηλαδή η προστασία της κατοικίας όσων έχουν πραγματική ανάγκη, που αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα στεγαστικά δάνειά τους και δεν βρέθηκαν με δική τους ευθύνη στη σημερινή δυσχερή θέση, απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και αυστηρούς ελέγχους. Για να μη διαλυθεί κάθε έννοια καλής πίστης στις συναλλαγές, για να μην καταρρακωθεί πλήρως η έννοια της ευθύνης του πολίτη να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, για να μη νιώθουν αδικημένοι οι άνθρωποι που αποπληρώνουν τα δάνειά τους, για να υπάρχει η αίσθηση ότι το κράτος μεταχειρίζεται με ισότητα και ισονομία τους πολίτες του.

Πιο συγκεκριμένα, πώς ορίζεται η «λαϊκή κατοικία» και πώς είναι δυνατόν να φτάνει η «αντικειμενική αξία» της τις 300.000 ευρώ; Γιατί πρέπει να προστατευθούν εκείνοι που απέκτησαν κατοικία εξ ολοκλήρου με δάνεια, χωρίς να βάλουν ούτε ευρώ από την τσέπη τους; Αξίζουν άραγε προστασία όσοι δεν μπορούν να πληρώσουν τώρα επειδή επιβαρύνθηκαν κάποτε με υπέρογκα καταναλωτικά δάνεια ή διακοποδάνεια; Τι θα γίνει με εκείνους που πήραν δάνεια για να κτίσουν κατοικίες πέρα από τις ανάγκες τους; Πώς θα εξαιρεθούν της προστασίας οι κακοπληρωτές που συνειδητά δεν πληρώνουν τα δάνειά τους, ενώ έχουν τη δυνατότητα, ή οι άλλοι που έκρυψαν τα περιουσιακά τους στοιχεία πίσω από άλλα πρόσωπα;

Τα προηγούμενα ερωτήματα αφορούν τους πιθανούς ευεργετημένους από τον άκρατο λαϊκισμό, ωστόσο υπάρχουν και τα πρόσθετα που αφορούν τους αδικημένους. Τους ανθρώπους δηλαδή που ζουν στο νοίκι, είτε γιατί κινήθηκαν με σύνεση και αρνήθηκαν να γίνουν «σαλταδόροι» είτε γιατί δεν μπορούν κάτι παραπάνω και ζουν σε κακές συνθήκες και, κυρίως, αυτούς που δεν μπορούν να το πληρώσουν. Αυτοί γιατί δεν χρειάζονται προστασία και επιδότηση ενοικίου; Και πώς πρέπει να αισθάνονται οι «χρήσιμοι ηλίθιοι» που υπέκυψαν στον μικροαστισμό και πλήρωσαν –και πληρώνουν– αγόγγυστα, δίχως καμία ελάφρυνση και ρυθμίσεις, τα δάνεια που πήραν για να βάλουν το δικό τους κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους;

Τα ερωτήματα δεν απευθύνονται ασφαλώς στον Παναγιώτη Λαφαζάνη και στους συνοδοιπόρους ακτιβιστές του. Είναι για τους άλλους, που υποδύονται τώρα τους συστημικούς, πουλώντας ταυτόχρονα κοινωνική ευαισθησία. Αυτοί πρέπει να βρουν τις απαντήσεις και την ισορροπία μεταξύ της διατήρησης του κοινωνικού ιστού και της ισονομίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ