Γιώργος Παγουλάτος* ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Απαγορεύεται το ζην, απαγορεύεται και το θνήσκειν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ ρυθμός ανάπτυξης 1,3% του τρίτου τριμήνου 2017 ήταν ο χαμηλότερος όλων των χωρών της Ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα παγιώνει την εικόνα της Ελλάδας ως μιας «σερνόμενης» οικονομίας, παρά την ισχυρή ανάκαμψη στην Ευρώπη και την προσδοκώμενη «εκτόξευση του ελατηρίου» μετά οκτώ χρόνια ύφεσης. Υποχρεώνει σε αναθεώρηση των προβλέψεων για το 2017, που ξεκίνησαν από 2,7%, αναθεωρήθηκαν σε 2,1%, έπειτα 1,6%. Φαίνεται πλέον ότι η ανάπτυξη το 2017 θα κλείσει πιο κοντά στο 1% παρά στο 1,5%.

Γιατί; Ενα μέρος της εξήγησης αφορά τα βαριά δημοσιονομικά μέτρα, το περίφημο υπερπλεόνασμα. Το υπερπλεόνασμα που παρήγαγε η κυβέρνηση είναι δύο πράγματα, το ένα χειρότερο από το άλλο. Το πρώτο είναι η ανάγκη της κυβέρνησης να υπερθεματίσει σε δημοσιονομική αξιοπιστία προς τα έξω, με δεδομένο το πολιτικό παρελθόν της και τις νωπές μνήμες του 2015. Το δεύτερο είναι η επιθυμία ωμής εξαγοράς ψήφων μέσω της διανομής του χρήματος σε στοχευμένες ομάδες. Αυτή η κυβέρνηση είναι βαθύς γνώστης της οικονομικής ψυχολογίας (ή αλλιώς: ψυχολογίας του ψηφοφόρου). Γνωρίζει ότι ο βαθμός ικανοποίησης του ψηφοφόρου από την είσπραξη «ζεστού χρήματος» υπερβαίνει μια ισόποση θεωρητική ωφέλεια από μείωση του φορολογικού του βάρους, που θα οδηγούσε σε υψηλότερο δείκτη ανάπτυξης.

Ο κυνικός υπολογισμός της κυβέρνησης λέει: ο σερβιτόρος είναι ευτυχής με τον πελάτη όχι εάν κάνει μεγάλο λογαριασμό αλλά εάν του αφήσει γερό φιλοδώρημα. (Παρά το ότι μακροπρόθεσμο συμφέρον του σερβιτόρου είναι να έχει πολλούς πελάτες που κάνουν μεγάλο λογαριασμό, αφού τότε εξασφαλίζεται η δουλειά του και αυξάνονται δυνητικά οι αποδοχές του.) Η ικανοποίηση του ψηφοφόρου είναι ακόμα μεγαλύτερη εάν η κυβέρνηση μπορεί να τον πείσει ότι ο διανεμόμενος μποναμάς προέρχεται από την υπερφορολόγηση των πλουσίων – που στην Ελλάδα του κ. Τσίπρα είναι όσοι βγάζουν πάνω από 24.000 ευρώ τον χρόνο.

Ομως ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι η ανάκαμψη αυτή είναι όχι μόνο αδύναμη αλλά και μη διατηρήσιμη, εάν δεν αλλάξουμε. Οι κυριότερες αιτίες της διαγραφόμενης μακροπρόθεσμης αναπτυξιακής υστέρησης περιλαμβάνουν το μεγάλο επενδυτικό κενό, τον χαμηλό δείκτη απασχόλησης, την τάση δημογραφικής γήρανσης. Περιλαμβάνουν και κάτι ακόμα: το θεσμικό και κανονιστικό περιβάλλον.

Το πρόσφατο «Doing Business Report 2018» της Παγκόσμιας Τράπεζας κατατάσσει την Ελλάδα προτελευταία από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, και 67η επί 190 χωρών. Σε όλα τα επιμέρους κριτήρια (εφαρμογή των συμβάσεων, αδειοδότηση, ηλεκτροδότηση, κατοχύρωση περιουσιακών δικαιωμάτων, τραπεζική χρηματοδότηση, πληρωμή φόρων, διασυνοριακό εμπόριο, πτωχευτική διαδικασία) η Ελλάδα συνιστά τη χειρότερη ή μία από τις χειρότερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την πραγματοποίηση επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Στο κριτήριο της εφαρμογής των συμβάσεων, η Ελλάδα είναι τελευταία στον συνολικό χρόνο για την οριστική επίλυση των δικαστικών διαφορών: 1.580 ημέρες, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα. Η δεύτερη χειρότερη Σλοβενία χρειάζεται 1.160 ημέρες. (Σε 11 χώρες απαιτούνται κάτω από 500 ημέρες.)

Σκεφτείτε μια σοβαρή εταιρεία, που έχει μια εμπορική διαφορά ή έχει μπλέξει με έναν απατεώνα. Ξέρει ότι δεν θα βρει ποτέ το δίκιο της. Γιατί 1.580 ημέρες αργότερα με όρους ζημίας ή κόστους ευκαιρίας ίσον ποτέ. Το δικαστικό μας σύστημα είναι ο ανθρωποδιώκτης των σοβαρών επιχειρήσεων.

Εχουμε ρεκόρ εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων και το χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση ποσοστό επίλυσης δικαστικών υποθέσεων (μόλις 80%) (EU Justice Scoreboard, 2017). Αλλά και η εναλλακτική της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών και διαμεσολάβησης παραμένει εξαιρετικά υποανεπτυγμένη.

Κατοχύρωση περιουσιακών δικαιωμάτων, ευκολία μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας, κτηματολόγιο (Registering Property): προτελευταίοι και τελευταίοι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στους επιμέρους υποδείκτες της Παγκόσμιας Τράπεζας. Προτελευταίοι στην αποδοτικότητα της πτωχευτικής διαδικασίας.

Μια επιχείρηση στην Ελλάδα θα γεννηθεί εις πείσμα των δυσκολιών, θα αντιμετωπίσει μεγάλες δυσχέρειες αδειοδότησης, ηλεκτροδότησης, χρηματοδότησης. Θα μεγαλώσει με αντιξοότητες αδιανόητες για άλλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Μόλις σταθεί στα πόδια της, το κράτος θα αρχίσει να τη χτυπά αλύπητα με γραφειοκρατία, φόρους και εισφορές, ευθέως αναντίστοιχες των υπηρεσιών που προσφέρει. (Στην πορεία μπορεί να της ρίξει και τα capital controls.) Tο κράτος τιμωρεί τις επιχειρήσεις για τη δική του αποτυχία. Εάν ως επακόλουθο η επιχείρηση εντέλει αποτύχει, το κράτος δεν την αφήνει ούτε να χρεοκοπήσει. Στην Ελλάδα απαγορεύεται το επιχειρηματικό ευ ζην, απαγορεύεται και το θνήσκειν.

Οι σοβαροί επενδυτές, που βλέπουν όλα αυτά, φεύγουν μακριά. Θα έρχονται εκείνοι που ξέρουν το παιχνίδι, έχουν τις άκρες, τους ντόπιους συνεταίρους μέσα στα πράγματα, που μπορούν να κάνουν μια αρπαχτή. Αυτό απειλεί να είναι το επιχειρηματικό μέλλον μιας οικονομίας χαμηλών προσδοκιών, εάν δεν αποφασίσει ότι πρέπει να αλλάξει για να καταφέρει να επιζήσει.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ