Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Διώκεται η έκφραση γνώμης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παραθέτω το κείμενο που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της "Κ" της 25ης Δεκεμβρίου 2016 εξαιτίας του οποίου διεξάγεται προκαταρκριτική έρευνα από την εισαγγελία για υποκίνηση σε ρατσιστική βία, ξενοφοβία και ισλαμοφοβία.

Η δίωξη στηρίζεται σε μηνυτήρια αναφορά του εκπροσώπου του ΕΠΣΕ για το οποίο δεν μπορεί κανείς να είναι βέβαιος ότι αποτελεί μέλος του Διεθνούς Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι που έχει αναστείλει την λειτουργία του εδώ και περίπου τρία χρόνια. Στην δικογραφία περιλαμβάνεται και ανάρτηση στο διαδίκτυο δημοτικού συμβούλου της Αθήνας ο οποίος συγκρίνει την επιχειρηματολογία μου με αυτή της Χρυσής Αυγής. Περιλαμβάνεται επίσης άρθο της συναδέλφου κ. Κουναλάκη η οποία με αυστηρό τόνο με ανακαλεί στην τάξη της πολιτικής ορθότητος.

Δεν ξέρω ποια πράξη ρατσιστικής βίας προκλήθηκε από το άρθρο που περιγράφω την κατάσταση στην πόλη όπου ζω.

Εκείνο που ξέρω είναι ότι η ένδεια επιχειρημάτων όσων φέρουν την ταμπέλα του "προοδευτικού" μετατρέπει τον δημόσιο διάλογο σε κοκορομαχία για να καταδικάσουν με την κακοφωνία τους υπόλοιπους σε σιωπή. Το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης γι' αυτούς που μπορεί να είναι πολυτέλεια, ή άχρηστο ψιμύθιο για την δημοκρατία τους.Το θεωρώ ζωτική μου ανάγκη όπως και θεωρώ άμεση προτεραιότητα για την εκπαίδευση τα εντατικά μαθήματα κατανόησης κειμένου.

«Τ​​ι εννοούμε όταν λέμε πολυπολιτισμική κοινωνία, ή πολυπολιτισμική πόλη; Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τη Γαλλία. Εκεί η σύνθεση που οδήγησε στη θεωρία της πολυπολιτισμικότητας στηρίχθηκε στο αποικιοκρατικό της παρελθόν. Πληθυσμοί της πρώην αυτοκρατορίας, από το Βιετνάμ ακόμη έως την Αλγερία, πληθυσμοί που μιλούσαν γαλλικά ως επί το πλείστον, συνέρρευσαν στο πρώην μητροπολιτικό κέντρο για να ενταχθούν στην κοινωνία του. Το πρώτο και βασικό στοιχείο της ένταξης ήταν η προσφορά εργασίας. Υπήρχε η άποψη πως αν η κοινωνία εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο ευημερίας η ένταξη θα λειτουργούσε παραμερίζοντας τα όποια χάσματα, κυρίως τα θρησκευτικά. Είναι μάλλον προφανές ότι η θεωρία αποδείχθηκε φενάκη. Τα παρισινά προάστια, που μετατράπηκαν σε γκέτο, έγιναν καύσιμη ύλη για το επιθετικό Ισλάμ και τον πόλεμο που κήρυξε κατά του Δυτικού Πολιτισμού.

Η πολιτική συζήτηση που ξέσπασε το καλοκαίρι γύρω από το «μπουρκίνι» είναι η απόδειξη πως τα ρήγματα παραμένουν ενεργά ακόμη και στο εσωτερικό μιας κοινωνίας που επαίρεται πως είναι πολυπολιτισμική. Η στρατολόγηση Γάλλων πολιτών από το Ισλαμικό Κράτος αποδεικνύει ότι ο ιμάμης της γειτονιάς μπορεί να είναι ισχυρότερος από τον δάσκαλο του εκκοσμικευμένου σχολείου. Και το Κοράνι υπερισχύει του Μπαλζάκ. Η γαλλική ταυτότητα, «ευτυχής» κατά τον Αλέν Ζιπέ ή «όχι», υπονομεύεται από τις ενοχές που καλλιεργεί ο πολιτισμικός σχετικισμός στην ψυχή του Δυτικού ανθρώπου. Ας μην ξεχνάμε πως επί μερικές δεκαετίες η ίδια η έννοια της «εθνικής ή πολιτισμικής ταυτότητας» ήταν απαγορευμένη για τον κυρίαρχο στην Ευρώπη προοδευτικό λυρισμό. Η Ελλάδα δεν είχε αποικίες. Είχε ελληνικές κοινότητες εκτός συνόρων, οι οποίες αναγκάστηκαν να ενταχθούν βιαίως στην ελληνική επικράτεια. «Βιαίως», κοινώς με τις χειρότερες δυνατές προϋποθέσεις. Παρ’ όλ’ αυτά, αποδέχθηκαν την ένταξή τους στους κανόνες μιας πολιτείας η οποία τους χρωστούσε, εν πολλοίς, τον ξεριζωμό τους. Μιλούσαν την ίδια γλώσσα, μοιράζονταν την ίδια Ιστορία και πίστευαν στον ίδιο Θεό. Γι’ αυτό όταν ακούω ότι οι κάτοικοι της Λέσβου περιέθαλψαν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες επειδή είχαν κι αυτοί εμπειρία της προσφυγιάς το ακούω ως ιστορικό ανέκδοτο. Ομως λέγεται στα σοβαρά. Ο δημοσιογραφικός λυρισμός ταυτίζεται στις επιδόσεις του με τον προοδευτικό.


Οσοι ήρθαν στη χώρα μας με το πρώτο κύμα μετανάστευσης, εξόριστοι του σοσιαλιστικού παραδείσου, εντάχθηκαν στην ελληνική κοινωνία, παρά την απειρία της και τις δικαιολογημένες έως ένα σημείο αντιστάσεις της. Εργάστηκαν, έκαναν περιουσίες, αγόρασαν διαμερίσματα και έστειλαν τα παιδιά τους σχολείο. Ο φίλος μου ο Γιάννης, όταν του είπα ότι τον είδα στον ΣΚΑΪ επειδή το περίπτερό του είναι δίπλα στο Everest όπου έγινε η έκρηξη, με ρώτησε μόνον αν τα ελληνικά του είναι καλά, κι αν έκανε κανένα λάθος. Θυμάμαι ακόμη τη δεκαεξάχρονη τότε Ντίνα, σε ένα σχολείο στην Καλαμάτα, που είχε γεννηθεί στην Αλβανία, ήταν η πρώτη μαθήτρια και ο πατέρας της παραπονιόταν στην καθηγήτρια ότι δεν διαβάζει αρκετά. Ηθελε να σπουδάσει φυσικομαθηματική και της άρεσε η ποίηση του Καββαδία.

Ανάμεσά τους υπήρχε και υπόκοσμος; Μαφίες και πορνεία; Ελάτε τώρα. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Η μετανάστευση από τις πρώην χώρες του Σιδηρού Παραπετάσματος δεν έκανε την ελληνική κοινωνία πολυπολιτισμική, εν πάση περιπτώσει όπως αντιλαμβάνεται την πολυπολιτισμικότητα η Δυτική Ευρώπη. Δεν κάνουν την ελληνική κοινωνία πολυπολιτισμική ούτε τα κύματα των προσφύγων και οικονομικών μεταναστών που την έχουν πλημμυρίσει τα τελευταία χρόνια. Το εστιατόριο «Cabul» που άνοιξε απέναντι ακριβώς από τη βίλα Αμαλία, για την οποία ξοδεύτηκαν εκατομμύρια, έχει την ίδια σχέση με την πολυπολιτισμικότητα όση έχει ένα μιούζικαλ του Δαλιανίδη με τον Gene Kelly. Αλλο πολυπολιτισμική πόλη, όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο, και άλλο πόλη όπου έχουν συρρεύσει πολλοί μετανάστες οι οποίοι ούτε να αποδεχθούν τους κανόνες της θέλουν, ούτε να ενταχθούν στη ζωή της μπορούν. Ευλόγως θα απορήσετε: μα για ποιους κανόνες μιλάς; Αυτούς που πρώτοι εμείς γράφουμε στα παλαιότερα των υποδημάτων μας;

Η πέραν της πλατείας Αμερικής περιοχή είναι γεμάτη από Αφρικανούς της υποσαχαρίου Αφρικής. Πώς ζουν όλοι αυτοί; Πού εργάζονται; Πορνεία και ναρκωτικά, σου λένε οι κάτοικοι. Ολη μέρα τους βλέπεις να συνομιλούν ή να καβγαδίζουν μεταξύ τους. Γύρω από την πλατεία Βικτωρίας έχουν ανοίξει καταστήματα «μεταναστευτικού ενδιαφέροντος» – κινητά μεταχειρισμένα, ψιλικατζίδικα με δύο πορτοκαλάδες, καφενεία. Ποια είναι η πελατεία τους; Οι 300.000 αδήλωτοι μετανάστες του κ. Μουζάλα;

Φίλε, Γιώργο Καμίνη. Σε άκουσα να αποκαλείς την Αθήνα «πολυπολιτισμική πόλη». Λυπάμαι πολύ, αλλά η Αθήνα δεν είναι πολυπολιτισμική. Είναι μια πόλη με πολλούς μετανάστες, περισσότερους από όσο μπορούν να αντέξουν οι χαλαρές δομές της και οι ανύπαρκτοι κανόνες τους. Και όσο κι αν σου συμπαρίσταμαι στη διένεξή σου με τον ανεκδιήγητο Τόσκα –επιτέλους άκουσα τη φωνή σου–, το πρόβλημα της Αθήνας δεν είναι μόνον πρόβλημα αστυνομίας.

Η υπερκατανάλωση της πολιτικής ορθότητας βλάπτει σοβαρά την κοινωνική υγεία. Ας αφήσουμε για λίγο κατά μέρος τα ανθρωπιστικά δάκρυα που μας φέρνει ο αδέσποτος Αφγανός και ας αναρωτηθούμε ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, πού κοιμάται τη νύχτα και πού βρίσκει φαγητό. Κι ας μην ξεχνάμε ότι πολλά άτυπα κύτταρα κάνουν έναν βαρβάτο καρκίνο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ