Γιώργος Παγουλάτος* ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Είμαστε έτοιμοι για τις νέες διαιρετικές τομές;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ χώρα μπαίνει στο 2018 αφήνοντας πίσω τις διαιρετικές τομές της μνημονιακής περιόδου, αλλά αντιμετωπίζοντας νέες απαιτητικές προκλήσεις. Το 2017 εμπεδώθηκε η προσαρμογή στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, υπό την έννοια ότι εμπεδώθηκε η πεποίθηση πως η βελτίωση των εξωτερικών «μνημονιακών» συνθηκών απαιτεί όχι μονομερείς κινήσεις και διπλωματία του «τσαμπουκά» αλλά συνεργασία, αποτελέσματα, εργώδη εμπέδωση αξιοπιστίας. Η κυβέρνηση πλειοδότησε με υπερπλεόνασμα, για να καλύψει το αρχικό έλλειμμα αξιοπιστίας.

Η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στον ρεαλισμό του 3ου μνημονίου (έστω και εμφορούμενη από ένστικτο επιβίωσης στην εξουσία) εξάλειψε τη μεγαλύτερη πηγή πολιτικού κινδύνου, την απειλή ρήξης με τους εταίρους που θα οδηγούσε σε καταστροφική χρεοκοπία και πιθανή αποπομπή από το ευρώ. Ομως το τίμημα για την εξάλειψη του πολιτικού κινδύνου ήταν οι απογοητευτικές οικονομικές επιδόσεις. Δυο περιττά χρόνια ύφεσης (2015 και 2016) ανέκοψαν την ανάκαμψη του 2014. Ο ρυθμός μεγέθυνσης του 2017 θα είναι στο μισό του αρχικού στόχου, με την ελληνική οικονομία να καταγράφει την πιο αδύναμη ανάκαμψη στην Ευρωζώνη. Επειτα από οκτώ χρόνια ύφεσης, με τόσο χαμηλό το σημείο εκκίνησης, η επίδοση αυτή είναι βαθιά απογοητευτική. Το Grexit έφυγε, αλλά στη θέση του ήρθε μια υποτονική ανάκαμψη σχήματος L (όχι U, όχι V), ένα σύρσιμο αντί της δυναμικής επανεκκίνησης που τόσο χρειάζεται η χώρα.

Αυτό συμβαίνει, παρά την πρόοδο σε κρίσιμα πεδία. H χώρα βαδίζει προς ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου με το ωριμότερο πολιτικό σύστημα σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο. Αυτό αφορά τόσο τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε σύγκριση με προ-2015, όσο και τη Ν.Δ., που αντιπολιτεύεται δυναμικά αλλά όχι εμπρηστικά ή μηδενιστικά. Το πρόβλημα της χώρας από πρωτίστως πολιτικό μέχρι το 2015, είναι πλέον κυρίως ζήτημα κυβερνητικής ποιότητας, οικονομικού «μείγματος» και διαχείρισης. Απειλεί όμως να ξαναγίνει πολιτικό εάν η χώρα, μετά τη λήξη του 3ου μνημονίου τον Αύγουστο 2018, εισέλθει σε τροχιά πολλαπλών εκλογών και κυβερνητικής αστάθειας, καθώς ο συνδυασμός απλής αναλογικής και εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας το 2020 μπορεί να τινάξει στον αέρα την εύθραυστη πολιτική ηρεμία.

Η νέα διαιρετική τομή (εάν το 2018 αποδειχθεί έτος εκλογών) θα αφορά την επιδίωξη κυβερνητικής σταθερότητας για τη μετα-ΣΥΡΙΖΑ περίοδο, και την επαναθέσπιση της ενισχυμένης αναλογικής. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Γερμανία, ούτε Ολλανδία, ούτε Βέλγιο για να μπορεί να επιβιώνει οικονομικά χωρίς κυβέρνηση.

Η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στον ρεαλισμό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ακόμα τεράστιο απόθεμα οργής στην ελληνική κοινωνία. Το αντιμνημονιακό στρατόπεδο υπήρξε εξαρχής πλειοψηφικό στην κοινωνία. Το 61% του δημοψηφίσματος είναι πλέον σκιά του εαυτού του, αλλά η οργισμένη αντισυστημική ψήφος είναι εκεί έξω, και αναζητεί πολιτικό εκπρόσωπο. Με την όσφρηση του γυμνασμένου δημαγωγού το έχουν αντιληφθεί η Ζωή, ο Λαφαζάνης και τα περιτρίμματα του έξαλλου πρώην ΣΥΡΙΖΑ, που γυροφέρνουν τους πλειστηριασμούς, υιοθετώντας «συλλογικότητες» κοινών τραμπούκων, ψαρεύοντας στις νέες δεξαμενές στρατολόγησης οπαδών. Η ομαλή δημοκρατική και κοινωνική ενσωμάτωση των «απέξω» παραμένει μεγάλη πρόκληση – άμεσα εξαρτημένη από τη δυνατότητα ανάκαμψης της οικονομίας.

Ομως η οικονομική κατάσταση, ως έχει, δεν είναι διατηρήσιμη. Η χώρα δεν έχει τραπεζικό σύστημα, γιατί μια παράλογη διακομματική συναίνεση ετών προστάτευε μεγαλο-οφειλέτες, δημιουργώντας θερμοκήπια στρατηγικών κακοπληρωτών. Τα τέσσερα εκατομμύρια φορολογουμένων που χρωστούν στην εφορία είναι ένα τρομακτικό μέγεθος. Οι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, οι εκατοντάδες χιλιάδες που έχουν μείνει εδώ άνεργοι, με απαξιωμένο το ανθρώπινο κεφάλαιο γνώσεων και δεξιοτήτων, είναι βαριές αλυσίδες στην αναπτυξιακή δυνατότητα της χώρας.

Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το χάσμα (στην Ελλάδα και διεθνώς) μεταξύ αυτών που προχωρούν μπροστά, εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες της παγκοσμιοποίησης, και των πολλών που μένουν πίσω, με την απόστασή τους να διευρύνεται. Η καθήλωση στην Ελλάδα αφορά όσους μένουν, με ελληνικούς μισθούς, και κυρίως με ελληνικές φορολογικές και ασφαλιστικές εισφορές.

Ολοι οι ποιοτικοί δείκτες (επιχειρηματικότητα, καινοτομία, σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά, εμπόδια στο επιχειρείν και γραφειοκρατία) υποδεικνύουν μια χώρα παγιδευμένη σε αυτοαναπαραγόμενη στασιμότητα και βαθμιαία καθίζηση, που διώχνει μακρύτερα το καλύτερο έμψυχο δυναμικό της. Η αναχρονιστική πολιτική του εξισωτισμού προς τα κάτω, που ακολουθεί το υπουργείο Παιδείας, τροφοδοτεί τον φαύλο κύκλο.

Χάσαμε το κύμα της 3ης βιομηχανικής επανάστασης, παραμένοντας ουραγοί στην ψηφιακή επανάσταση. Τώρα κινδυνεύουμε να μείνουμε ακόμα πιο πίσω στο ρήγμα που δημιουργούν οι απαιτήσεις της λεγόμενης 4ης βιομηχανικής επανάστασης (πολλές από τις οποίες καταγράφει ενδιαφέρουσα μελέτη του «Δικτύου»): Η υποκατάσταση αυξανόμενων κατηγοριών απασχόλησης από τα ρομπότ, η τεχνητή νοημοσύνη, τα big data, το Διαδίκτυο των πραγμάτων, η μετάβαση στην gig economy (εργαζόμενοι που απασχολούνται όχι σε εργοδότες αλλά σε projects), με ραγδαίες επιπτώσεις στην απασχόληση και στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Αυτό είναι ένα κρίσιμο ρήγμα που έχουμε μπροστά μας, και γι’ αυτό έπρεπε να μιλάμε περισσότερο το 2018.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ