ΘΕΑΤΡΟ

Οι νουάρ «Διαβολογυναίκες» παίζουν θέατρο και δολοπλοκούν

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Η Καίτη Κωνσταντίνου και η Μαρία Καβογιάννη σε ένα παιχνίδι εξουσίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μέσα σε ένα υποφωτισμένο σκηνικό μια γυναίκα προσεύχεται. Η Κριστίν καταφεύγει στη θρησκεία της για να ξορκίσει τους φόβους της. Είμαστε πριν ή μετά το έγκλημα που σχεδίασε με τη Νικόλ; «Κάθε φορά που αναλαμβάνω μια υπόθεση, ανάβω ένα πούρο. Δεν το τελειώνω μέχρι να τη λύσω», ακούμε τη φωνή του συνταξιούχου αστυνομικού επιθεωρητή Φισέ, που έχει αναλάβει την υπόθεση, στη σκηνή του θεάτρου «Τζένη Καρέζη».

«Οι διαβολογυναίκες» (1955) του Ανρί Κλουζό είναι ένα από τα καλύτερα φιλμ νουάρ τόσο για την ατμόσφαιρα μυστηρίου που δημιουργεί όσο και για τους χαρακτήρες που χτίζει η ταινία προβάλλοντας το συντηρητικό κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Στην πλοκή της ταινίας, η απατημένη σύζυγος και η ερωμένη του αυταρχικού διευθυντή ενός ιδιωτικού σχολείου ενώνουν τις δυνάμεις τους για να δολοφονήσουν τον άνθρωπο που τις καταπιέζει και τις κακοποιεί. Το σχέδιό τους φαίνεται αλάνθαστο, αλλά το αποτέλεσμα μόνο φαινομενικά τις δικαιώνει.

Την ατμόσφαιρα του νουάρ επιχειρεί να μεταφράσει στη σκηνή ο σκηνοθέτης και σκηνογράφος Πάρις Μέξης στην πρώτη μεταφορά της θρυλικής ταινίας στο θέατρο. «Εμείς προσπαθούμε να κάνουμε “θέατρο νουάρ” και η διαφορά του μέσου φέρνει πολλές προκλήσεις μέσα στη δημιουργική διαδικασία. Ο κινηματογράφος χρησιμοποιεί τον ρυθμό με διαφορετικό τρόπο, το μοντάζ, που στο θέατρο γίνεται με διαφορετικές τεχνικές, δεν έχουμε κοντινό πλάνο, κάτι πολύ σημαντικό στο νουάρ, τις σκιές, τη μονοχρωματική παλέτα. Αυτό που προσπαθούμε να μεταφράσουμε στο θέατρο είναι ο ρυθμός του φιλμ νουάρ», σημειώνει ο κ. Μέξης. Ενα εργαλείο που χρησιμοποιείται στη θεατρική σύμβαση είναι ο ήχος που έχει σχεδιάσει η Κατερίνα Βάμβα και η ηχητική αναπαράσταση στοιχείων που δεν φαίνονται, όπως το άνοιγμα μιας πόρτας ή το πάτωμα που τρίζει.

Το «διαβολικό» της υπόθεσης, ωστόσο, δεν είναι το προφανές, η δολοπλοκία που σχεδιάζουν η θρησκευόμενη σύζυγος Κριστίν και η ανεξάρτητη ερωμένη Νικόλ, αλλά το μεγαλύτερο παιχνίδι εξουσίας που ξεδιπλώνεται όσο αναπτύσσεται η πλοκή. «Είναι ένα παιχνίδι χειρισμού μεταξύ των δύο γυναικών, ένα πολύ ύπουλο παιχνίδι που δεν φαίνεται στην αρχή, τουλάχιστον από τη μεριά της Κριστίν. Οι δύο χαρακτήρες ξεκινούν από την ανάγκη τους να υπογραμμίσουν την ύπαρξή τους μέσα σε ένα κοινωνικό γίγνεσθαι», σημειώνει η ηθοποιός Καίτη Κωνσταντίνου, που ενσαρκώνει τον ρόλο της Νικόλ.

Με τη φράση «Θα έρθουν παιδιά μιας χωρισμένης στο σχολείο;» ο Κλουζό συμπυκνώνει το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής που στερεί από την απατημένη σύζυγο την ελευθερία της και την οδηγεί στο έγκλημα που μοιάζει με αναγκαίο κακό. «Η Κριστίν είναι μια καταπιεσμένη γυναίκα που μέσα από τη θρησκεία της μπορεί να δικαιολογεί τη συμπεριφορά της και βρίσκει αφορμή να σκοτώσει μέσω της Νικόλ. Τη χρησιμοποιεί για να πετύχει τον στόχο της, να σκοτώσει έναν άνθρωπο που την καταπιέζει. Πιστεύω ότι στη συνείδηση ορισμένων ανθρώπων θα μπορούσε και να αθωωθεί», τονίζει η Μαρία Καβογιάννη, που παίζει το έτερον ήμισυ του δολοφονικού σχεδίου.

Το πρωτοποριακό, για την εποχή του Κλουζό, παιχνίδι μεταξύ του φανερού και του κρυφού εκτυλίσσεται σε πολλά επίπεδα της ταινίας: από τον συμβολισμό του σχολείου έως έναν κατ’ επίφασιν χώρο ηθικής διαπαιδαγώγησης, που κρύβει άλλες συμπεριφορές πίσω από κλειστές πόρτες, μέχρι την εξαπάτηση και την εναλλαγή της εξουσίας που καταλήγει στο ανατρεπτικό φινάλε. Πόσο έχει αλλάξει η κοινωνία από τότε;

«Το έργο παραμένει επίκαιρο όσον αφορά το θέμα της κακομεταχείρισης των ανθρώπων από άλλους που βρίσκονται σε θέση εξουσίας και από την υποκρισία που κρύβεται σε αυτό. Το πιο ενδιαφέρον στις “Διαβολογυναίκες” είναι ότι από τους κεντρικούς χαρακτήρες μέχρι τον μικρό Φιλίπ υπάρχει το φανερό και το κρυφό, η ατζέντα, η ανάγκη για επιβίωση, να βρεις μια ισορροπία σε έναν κόσμο εξουσίας κατοχυρώνοντας το δικό σου κομμάτι», καταλήγει ο κ. Μέξης.

​​ «Οι διαβολογυναίκες», θέατρο «Τζένη Καρέζη», από 14 Φεβρουαρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ